Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

 Η προτομή τουΤόφαλου στο Στάδιο της Παναχαϊκής που φιλοτεχνήθηκε από τον γλύπτη Γεώργιο Θεμ. Μαλτέζο, προσωπικό φίλο του Τόφαλου.

Ο Τόφαλος με το Μαλτέζο στο σπίτι του πρώτου στην οδό Τζουρτζ. Ο Μαλτέζος ανήκε σε οικογένεια σταφιδεμπόρων που συνεργάζονταν με την οικογενειακή επιχείρηση του Σπύρου και αργότερα του Διονύσιου Τόφαλου (φορτηγίδες μεταφοράς σταφίδοκιβωτίων στα πλοία). Στην οικογένειά του Μαλτέζου ανήκε ο χώρος που αγοράστηκε από τον Παναχαϊκό το 1895 για να κατασκευάσει το γυμναστήριό του. Άλλη μια προτομή του Μαλτέζου βρίσκεται αριστερα στην είσοδο του Λιμενοβραχίονα της Αγίου Νικολάου (Ποιητής Ζαν Μορεάς, ημηρομηνία ανέγερσης μνημείου 25/05/1963)

Το σπίτι του Τόφαλου στην οδό Τζουρτζ (Έχει κριθεί διατηρητέο)
Ο Τόφαλος το 1904, χρονιά που έσπασε για πρώτη φορά το παγκόσμιο ρεκόρ. Φωτογραφία από το βιβλίο της Α. Χρυσάφη για τον Τόφαλο - χρωματισμένο απόσπασμα

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΟΦΑΛΟΥ (19)



Δέκατο ένατο μέρος (τελευταίο)
--------------------------------------
 
Με την ευκαιρίαν αυτήν θα πρέπει να τονίσω τα εξής:
Στο διάστημα της παλαιστικής μου σταδιοδρομίας –και εννοώ την περίοδον από του 1908 μέχρι το 1930, οτε απεχώρησα της πάλης- επάλαισα και ενίκησα περί τους 2000 αντιπάλους μου. Ενώ νικήθηκα μόνο από τρεις. Κι αυτοί είναι: Ο ομογενής Δημητρέλης, ο διάσημος Αμερικανός πρωταθλητής Λούης ο επονομαζόμενος στραγγαλιστής και ο φοβερός παγκόσμιος πρωταθλητής της πάλης Στέκερ.
Μετά το 1930 επεδόθην οριστικά εις την προπόνησιν αθλητών οι οποίοι αργότερα έγιναν οι καλύτεροι παλαισταί του κόσμου. Επίσης διωργάνωσα πολλούς αθλητικούς και παλαιστικούς αγώνας εις ολόκληρον την Αμερικήν με αποτέλεσμα να κερδίσω πάρα πολλά χρήματα. Προ του 1930 όμως έχασα πολλά χρήματα –γύρω στα 250.000 δολλάρια- τότε που η μεγάλη χρηματιστηριακή κρίσις εκλόνισε τας αμερικανικάς Τράπεζας. Το συγκλονιστικόν αυτό για μένα γεγονός το επληροφορήθην στην Ελλάδα όταν βρισκόμουνα με τον Τζίμ Λόντον. Μου ήλθε τρέλλα. Διακόσια πενήντα χιλιάδες δολλάρια την εποχήν εκείνην ήταν μια τεράστια περιουσία. Ο αείμνηστος φίλος μου Αλκιβιάδης Σαράφης ο οποίος βρισκόταν κι αυτός τότε στην Ελλάδα, επροθυμοποιήθη να με βοηθήση. Αμέσως με εδάνεισε πέντε χιλιάδες δολλάρια και επέστρεψα στην Αμερικήν. Φρόντισα να μαζέψω ότι μπορούσα από διαφόρους εκκρεμότητας εκ των αγώνων που είχα διοργανώσει κατα καιρούς και επεδόθην εις την προπόνησιν των αθλητών και ιδιαιτέρως του Τζίμ Λόντου.

Μετά παρέλευσιν μερικών ετών κατώρθωσα και πάλιν ν’ αποκτήσω χρήματα και με την λιτή ζωή μου να μπορώ να ζω κάπως ανεξάρτητα. Λίγο αργότερα με συνεκίνησε το εμπόριον. Ιδαιτέρως το ελληνικόν εμπόριον. Συνεργασθείς με τον μεγάλο εμπορικόν οίκον R. C. WILLIAMS και CO N.Y., υπήρξα ο πρώτος που εισήγαγεν εις την Αμερικήν ελληνικόν ελαιόλαδον συσκευασμένον εις την Ελλάδα. Το 1948 όμως εγκατέλειψα και το εμπόριον. Είχα κουραστή πια. Δύο γεγονότα που εμεσολάβησαν στο διάστημα αυτό επέδρασαν σημαντικά στην πορεία του τελευταίου τμήματος της ζωής μου.

ΔΥΟ ΘΑΝΑΤΟΙ
Το ένα ήταν πολύ δραματικό για μένα. Μου το ανήγγειλε ο φίλος μου Νίκος Μοσχονάς βαρύτονος του θιάσου «Μετροπόλιταν» της Ν. Υόρκης. Ο αγαπητός μου φίλος μ’ επληροφόρησε ότι τα πρώτα θύματα της Ιταλικής επιθέσεως εις τας Πάτρας όταν εβομβαρδίσθη από τους Ιταλούς το 1940 ήσαν οι δύο αδελφοί μου Διονύσιος και Ιωάννα. Αμέσως έστειλα ένα τηλεγράφημα στην πονεμένη μου μητέρα. Ίσως έχει κάποιαν αξίαν και γι’ αυτό σας το παραθέτω:«Σήμερον, έμαθα την άνανδρον δολοφονίαν της προσφιλούς μου Ιωάννας και του αγαπημένου μας Νιόνιου που έπεσαν μπροστά στα μάτια σου από τις ιταλικές βόμβες. Η μεγάλη σου πατριωτική καρδιά και η μητρική ψυχή σου ταχέως θα λάβουν την δικαίαν εκδίκησιν των αθώων θυμάτων. Στην μοναξιά σου κάμε υπομονήν μαννούλα. Και μη λησμονής ότι δεν εχάθη το παν για σένα. Ασπάζομαι την δεξιάν σου. Ζήτω η Ελλάς».

Η τραγική μητέρα μου, όπως επληροφορήθην αργότερα πόνεσε πάρα πολύ για τον θάνατο των δύο παιδιών της. Μου είπαν ακόμη ότι επί 24 ώρες έμεινε η μητέρα μου πάνω από τα πτώματα των αγαπημένων της. Ασφαλώς δεν είναι εύκολο να ξεριζώσης απ’ την καρδιά σου δύο προσφιλείς σου υπάρξεις μέσα σε λίγα λεπτά, όσα χρειάζονται για να συμβή ένα τρομερό ατύχημα.
Από τότε η μητέρα μου έπεσε σ’ ένα διαρκή πόνο. Το 1945 εγκατέλειψε κι αυτή την ματαιότητα της ζωής σε ηλικίαν 80 ετών.

Σήμερα είμαι κι εγώ εβδομήντα χρονών. Πολλοί με ρώτησαν και πλείστοι δημοσιογράφοι ζήτησαν να μάθουν ένα πράγμα: Γιατί δεν παντρεύτηκα. Απαντώ σήμερα σ’ αυτό το δικαιολογημένο ερώτημα των φίλων και γνωστών μου: Στη ζωή μου υπήρξα πάντοτε αθλητής. Ιδιαιτέρως διεκρίθην στην άρσιν βαρών και γι’ αυτό απέκτησα και τον τίτλο του Ολυμπιονίκου. Σήκωσα βέβαια μεγάλα βάρη. Δυστυχώς μου ήταν αδύνατον να σηκώσω... το βάρος του γάμου. Γιατί πως μπορούσα να κάνω τη γυναίκα μου ευτυχισμένη όταν η ζωή μου ολόκληρη κύλισε σχεδόν συνεχώς μέσα σε σιδηροδρόμους, σε πλοία και σε ξενοδοχεία;

Ασφαλώς μπορεί να γεννηθεί το ερώτημα γιατί ήλθα στην Ελλάδα. Και βέβαια δεν είναι τόσον εύκολο να συνηθίση κανένας σε άλλη μορφή ζωής όταν πέρασαν πενήντα ολόκληρα χρόνια στις αμερικανικές μεγαλοπόλεις. Η νοσταλγία ήταν το κυριώτερο κίνητρο της παλινοστήσεως. Επιθυμώ να περάσω τα τελευταία χρόνια της ζωής μου κοντά σ’ αγαπημένα πρόσωπα. Εδώ στην Πάτρα πλάϊ στους φίλους μου, τους συγγενείς μου, τους πατριώτες μου. Είναι άλλωστε τόσο κοντά οι τάφοι των προσφιλών μου που δεν μπόρεσαν να έχουν την ευτυχία να ‘ναι μαζί μου στο τελευταίον στάδιον που διανύω. Αυτά όλα υπήρξαν από τα χρόνια της νιότης μου η πλεόν αγαπημένη συντροφιά μου. Θα ξαναθυμηθώ τα παλιά. Θ’ αναπνεύσω την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής με όσους άφησε ο αδυσώπητος χρόνος στη ζωή. Θα χαρώ μαζί τους, θα κλάψω ίσως και θα προσφέρω τις λίγες δυνάμεις που μου απέμειναν για τον αθλητισμό της πατρίδος μου.

Αλλά θα χρειασθή ακόμη κάτι να πω. Ενδιαφέρει παρα πολλούς νέους αυτό το θέμα. Πολλοί με ρωτούν ποια είναι η τροφή μου. Ίσως αυτό είναι το σημαντικώτερο συντελεστικόν δια την υγείαν του ανθρώπου. Θαρώ πως είναι. Και γι’ αυτό σας παρουσιάζω το διαιτολόγιο μου. Πιστεύω πως την μυϊκή μου δύναμι, που ακόμη διατηρείται σε κάποια αξιόλογη ακμή, την οφείλω εις την αυστηράν δίαιτα την οποίαν εφαρμόζω από τότε που άρχισα να επιδίδωμαι εις το αγώνισμα της πάλης. Μεταξύ άλλων ιδιαιτέρως τονίζω πως το κρέας αποτελεί για μένα την πλέον ανεπιθύμητη τροφή. Μια ή δύο φορές τον μήνα και αυτό είναι πολύ. Τουναντίον τρώγω άφθονα ψάρια, αρκετά φρούτα και πολύ γάλα. Έχω αποκλείσει γενικώς τα ποτά. Είναι ζήτημα αν σ’ όλη μου τη ζωή ήπια ένα μπουκάλι κονιάκ. Εν τούτοις πίνω ελάχιστο κρασί, ενώ κοιμάμαι απαραιτήτως οκτώ ώρες το εικοσιτετράωρον.

Σήμερα ζυγίζω 120 κιλά. Αισθάνομαι τον εαυτόν μου σαν παιδί. Ποτέ δεν μ’ έχει ενοχλήσει πυρετός και δεν γνωρίζω τι θα πη αρρώστια. Θα πρέπει να προσθέσω ότι η ηλιοθεραπεία και η λουτροθεραπεία είναι απαραίτητα στοιχεία δια την ομαλήν λειτουργίαν του οργανισμού του ανθρώπου. Και σ’ αυτά τα δύο σπόρ έχω επιδοθή με φανατισμό και αγάπη.
Όταν έφθασα στην Πάτρα επεσκέφθην τον ιατρόν κ. Ανδρέαν Σαμούρην, τον οποίον παρεκάλεσα να μου κάμη μίαν γενικήν εξέτασιν του οργανισμού μου. Με συγκινητικήν προθυμίαν ο εκλεκτός επιστήμων με εξήτασε. Εύρε την πίεσιν μου σε 15 βαθμούς και την καρδιά μου ως «καρδιά νεοσυλλέκτου».

Όταν ετελείωσα την συνέντευξιν μου με τον έξοχον πατριώτην και θρυλικόν ολυμπιονίκην, τον ρώτησα αν θέλη να προσθέση τίποτε άλλο. Είδα τα μάτια του βουρκωμένα. Το βλέμμα του κάπως άτονο και την ψυχή του επαναστατημένη.
-Θα σου πω, μου είπε. Είναι μια επιθυμία μου που νομίζω ότι αποτελεί και τον πανελλήνιο πόθο:Πρέπει να καταβληθή προσπάθεια ώστε να καθιερωθή να γίνωνται συχνότερα οι Ολυμπιακοί αγώνες στην Ελλάδα. Εδώ είναι η πατρίδα της Ολυμπιακής Ιδέας. Εδώ οι πρωταγωνισταί εγκατέλειψαν την λαμπροτέραν σκέψιν συμφιλιώσεως και αδελφώσεως των λαών της γης.
Η Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων, της οποίας προεδρεύει ο φίλαθλος Βασιλεύς Παύλος, θα πρέπει να επιμείνη ώστε οι προσεχείς Ολυμπιακοί αγώνες να γίνουν εις την ελληνικήν πρωτεύουσαν. Χρειάζεται ασφαλώς συστηματική εργασία και κόπος πολύς. Το Παναθηναϊκόν Στάδιον, που εγνώρισε τόσες δόξες στο παρελθόν μπορεί με μικράς μόνο τροποποιήσεις ν’ αποτελέση ένα θαυμάσιον στάδιον εξυπηρετήσεως του διεθνούς αθλητισμού. Ας ελπίσωμεν να εισακουσθή η δικαιολογημένη αυτή ελληνική αξίωσις από τους παράγοντας της διεθνούς αθλητικής ιδέας.

Δ. ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΕΛΟΣ
ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΟΦΑΛΟΥ (18)



 Φωτογραφίες από προπόνηση του Τόφαλου

Δέκατο όγδοο μέρος
---------------------------

-Τράβα, του λέω, τ’ όνομα που μπορεί να σε δοξάση μια μέρα.
Τράβηξε ο ίδιος. Κι έβγαλε το όνομα:Λόντος.
-Μπράβο, του λέω, αυτό ήταν το καλύτερο.
Γέλασε με την καρδιά του και μου είπε πως θα φροντίση να τιμήση το ιστορικό ελληνικό όνομα που το έφεραν ήρωες της Επαναστάσεως. Από τότε ο Θεοφίλου έγινε Λόντος και με αυτό το όνομα ελάμπρυνε την Ελλάδα και το έκανε θρυλικό σ’ ολόκληρο τον κόσμο.
Μετά τρεις εβδομάδες ωρίσθη ο αγών Λόντου-Πίζακ. Η συνάντησις είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον χιλιάδων φιλάθλων, οι οποίοι πήγαν να θαυμάσουν τον άγνωστον Έλληνα αθλητήν. Πολλοί επίσης διοργανωταί αγώνων και δημοσιογράφοι παρηκολούθησαν τον αγώνα, ο οποίος υπήρξε τραχύς και σκληρός. Ο Πίζακ είχε βρη τον μάστορα του. Δεν κατώρθωνε να ξεφεύγη ευκόλως από τα τρομερά αγκαλιάσματα του Λόντου. Ο Πίζακ όμως διέθετε τεραστίαν πείραν και ήταν αρτιώτατα προπονημένος. Εν τούτοις, ο αγών με συναρπαστικές και επικίνδυνες ενίοτε φάσεις, διήρκεσε δύο ολόκληρες ώρες. Στο τέλος ο Λόντος υπέκυψε. Στην πραγματικότητα όμως ήταν ο νικητής. Πιστεύω –και αυτό το παρεδέχθησαν όλοι οι ειδικοί- ότι η ήττα εκείνη του Τζίμ Λόντου ήταν η καλυτέρα νίκη που έκανε σ’ όλη την παλαιστική σταδιοδρομία του. Πρώτον, γιατί πάλαιψε σκληρά μ’ έναν έμπειρο και φημισμένον παλαιστήν και δεύτερον γιατί με τον αγώνα αυτόν κατέκτησε το κοινόν και τους διοργανωτάς παλαιστικών αγώνων. Και αυτό είναι το παν στον επαγγελματικό αθλητισμό.

Ο ΛΟΝΤΟΣ ΘΡΙΑΜΒΕΥΕΙ
Έκτοτε ο νεαρός Έλλην παλαιστής εγκατέλειψε το εστιατόριον του Αγ. Φρασκίσκου, αγκάλιασε το καινούργιο του όνομα και άρχισε τη θριαμβευτική καριέρα του. Μετά έξι μήνες ο Λόντος επάλαισε στην Νέαν Υόρκην με τον πρωταθλητήν του κόσμου Τζόν Στέκερ. Ο αγών διήρκεσε επί δύο ώρας και δέκα λεπτά. Ο Λόντος ηγωνίσθη με πρωτοφανή τεχνικήν υπεροχήν. Εις τας συναρπαστικάς φάσεις του ενδιαφέροντος αυτού αγώνος διέκρινε κανείς έναν έμπειρον αθλητήν που κάποια μέρα θα γινόταν ο φόβος και ο τρόμος πολλών αντιπάλων. Ο αντίπαλος του Λόντου διεκινδύνευσε πολλές στιγμές στο διάστημα του αγώνος τον τίτλον του. Τελικώς όμως ο Έλλην αθλητής υπέκυψε προ του γυμνασμένου και δεξιοτέχνου Στέκερ. Αλλά και η δευτέρα αυτή ήττα του Λόντου δεν μας απογοήτευσε. Τόσον εγώ όσο και οι προπονηταί του νεαρού Έλληνος παλαιστού, πιστεύαμε ότι η πρόοδος του Λόντου μέσα σε λίγο καιρό ήταν καταπληκτική. Τα ενθουσιώδη, εξ άλλου, σχόλια του αμερικανικού τύπου ενίσχυσαν τον ενθουσιασμό μας.

Ο Τζίμ Λόντος άρχιζε πλέον να γίνεται μια αξιόλογος αθλητική προσωπικότης. Και το σπουδαιότερον, μέσα σε πολύ βραχύ χρονικόν διάστημα. Μάλιστα εκείνην την εποχή συνέβη να πραγματοποιήθη ο αγών Λόντου-Πίζακ. Ο αγαπητός μου Τζίμης κατώρθωσε μέσα σε λίγα λεπτά να σαρώση τον κολοσσόν της πάλης και ν’ αυξήση την δημοτικότητα του. Με μεγάλη μου χαρά έβλεπα την πρόοδο του Λόντου. Γιατί δεν ήταν μόνον ικανός αθλητής. Ήταν ένα εξαίρετο παιδί. Ένας ηθικώτατος νέος. Ένας επιμελέστατος στις προπονήσεις του αθλητής. Ελάτρευε σαν θεά την πάλη. Δεν τον ενδιέφερε τίποτα άλλο εκτός από το αγώνισμα του. Είχε πολλές και αξιόλογες θαυμάστριες. Δεν τον συγκινούσαν όμως! Φαινόταν μπροστά τους σαν πραγματικό μαρμάρινο άγαλμα.

Εν τούτοις τότε –την περίοδον 1917-1918- ο Τζίμ Λόντος αγάπησε. Αγάπησε δυνατά και παράφορα την μόνη γυναίκα που τον συνεκίνησε και που την έκαμε αργότερα νόμιμη γυναίκα του και με την οποίαν απέκτησε τρία χαριτωμένα κοριτσάκια.
Από την εποχή της πρώτης του μεγάλης εμφανίσεως εις την Ν. Υόρκην, ο Τζίμ Λόντος εγνώρισε συνεχείς θριάμβους. Παρέμεινα μαζί του και αυτός ομολογουμένως δεν μπορούσε να κάνη χωρίς εμένα. Το 1928 ήλθαμε στην Αθήνα. Στο Παναθηναϊκό Στάδιον ο θρυλικός πλέον Τζίμ Λόντος κατέκτησε το παγκόσμιον πρωτάθλημα της πάλης νικήσας τον Πολωνόν ευγενή Ζιμπίσκο.
Ένα χρόνο αργότερα –το 1929- εις την Φιλαδέλφειαν της Αμερικής ο Λόντος έχασε τον τίτλον του παγκόσμιου πρωταθλήματος νικηθείς από τον πρωτοπαλαιστήν Σίκατ. Αυτό εκακοφάνη δυνατά του Λόντου. Με κάλεσε τηλεγραφικώς να μεταβώ και πάλιν κοντά του. Έσπευσα αμέσως. Αρχίσαμε μια εντατική προπόνησι. Αγαπούσα –και αγαπώ ακόμη- τον Τζίμ Λόντον, τον οποίον θεωρώ δημιούργημα μου και δεν ήθελα επ’ ουδενί λόγω να χάση τον τίτλον που κατέκτησε με τόσους κόπους. Του έδωσα παραλλήλως θάρρος. Τον ενεψύχωσα και του μετέδωσα το συναίσθημα της νίκης προς την οποίαν πίστευα άλλωστε.

Μ’ αυτές τις προϋποθέσεις ο Λόντος έδωσε την ρεβάνς στον Γερμανοαμερικανόν πρωτοπαλαιστήν Σίκατ το 1930 στη Φιλαδέλφεια παρουσία χιλιάδων θεατών. Ο αγών υπήρξεν από την αρχή μέχρι τέλους δραματικός. Στο τέλος όμως ο Σίκατ υπέκυψε και ο Τζίμ Λόντος ανεκυρήχθη πρωταθλητής του κόσμου μέχρι το 1937.
Στο διάστημα αυτό εγώ έγινε πλεόν επίσημος προπονητής του Λόντου και άλλων παγκοσμίου φήμης αθλητών. Ειδικώτερα μέχρι του 1935 διετέλεσα προπονητής αθλητικών ομάδων του στίβου και παλαίστρας εις τα πανεπιστήμια του Σίρακιους, Γιούτικα και Γκολντγκεϊτ. Από την επαγγελματική πάλην αναγκάστηκα ν’ αποχωρήσω με δυνατή πικρία μου. Τούτο το έκανα γιατί το ωραίον αγώνισμα αυτό περιέπεσε σε χέρια επιτήδειων, εκμεταλλευτών ακόμη και γκάγκστερς. Η εποχή της κορυφαίας σταδιοδρομίας του αγαπητού μου Τζίμ Λόντου εσήμαινε για μένα την χρονολογίαν της οριστικής μου αποχωρήσεως από το ρίνγκ.

Προτού κλείσω την αφήγησι μου για τους αγώνες που έδωσα κατα καιρούς με φημισμένους και διασήμους παλαιστάς θα πρέπει να σημειώσω το εξής: Το 1921 πήγα στο Μεξικόν όπου έτυχα ιδιαιτέρων τιμών και περιποιήσεων εκ μέρους των Μεξικανών παραγόντων και του κοινού. Εκεί ενίκησα περί τους 60 παλαιστάς α’ κατηγορίας χωρίς να μπορέση κανείς να με καταβάλη. Εκεί γνωρίστηκα με τον πρόεδρον του Μεξικού Πλούταρχον Κάλιες, έναν θερμόν φιλέλληνα. Με συνέστησε ο αείμνηστος ομογενής Αλκιβιάδης Σαράφης με τον οποίο σενεδέετο στενώτατα ο Μεξικανός Πρόεδρος. Δύο χρόνια αργότερα εις μια περιοδείαν μου ανα την Ευρώπην έλαβα μέρος και πάλιν εις πολλούς παλαιστικούς αγώνας.
Μεταξύ εκείνων που κατέρριψα είναι ο διάσημος Ούγγρος Χόλομπαν και ο Ιταλός γίγας Καρνέρα ο οποίος αποτυχών εις την πάλην επεδόθη αργότερα εις την πυγμαχίαν.

Τέλος δεκάτου ογδόου μέρους (συνεχίζεται)
 
ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΟΦΑΛΟΥ (17)


Ο Τζίμ Λόντος (τότε Χρ. Θεοφίλου) όταν ανεκυρήχθη εις τον Αγ. Φραγκίσκον πρωταθλητής της πόλης. Παραπλεύρως του ο ολυμπιονίκης Δημ. Τόφαλος και δεξιά άλλοι αθλητικοί παράγοντες του Σαν Φραντζίσκο.

Δέκατο έβδομο μέρος
-----------------------------

Εκείνην ακριβώς την εποχή μου συνέβη ένα ατύχημα που παρ’ ολίγον να μου κοστίση τη ζωή. Από ένα τυχαίο γεγονός εκινδύνευσα να πεθάνω στη μακρινή χώρα της Αμερικής χωρίς να μπορέσω να πω και την τελευταία μου θέλησι.
Ήταν μια παγωμένη μέρα του 1916. Η Νέα Υόρκη είχε καταληφθή από φοβερό κρύο. Τα πάντα είχαν παγώσει. Η θερμοκρασία είχε κατέβη πολύ κάτω από το μηδέν. Τότε συνέβη να κατεβαίνω στον υπόγειο σιδηρόδρομο προκειμένου να πάρω το τραίνο για κάποιο προάστιο της αμερικανικής μεγαλουπόλεως. Δεν πρόφτασα όμως να κατέβω δύο σκαλοπάτια και γλύστρησα. Κύλισα κάμποσα σκαλοπάτια και βαρύς όπως ήμουνα χτύπησα στο κεφάλι και στη μέση. Επί τρεις ημέρες βρισκόμουνα σε αφασία. Οι γιατροί στο νοσοκομείο που με μετέφεραν φοβήθηκαν μήπως το χτύπημα επηρεάση το διανοητικόν μου σύστημα, αφού κατωρθώθη να διασωθή η ζωή μου. Αλλά εβοήθησε ο Θεός και γλύτωσα. Υπέστησαν όμως βλάβη τα ισχία με αποτέλεσμα να εγκαταλείψω από τότε το αγώνισμα της άρσεως βαρών και επιδοθώ οριστικά πλέον στην πάλη.
Όταν έγινα τελείως καλά εταξίδεψα εις την Καλιφόρνιαν όπου έδωσα πολλούς αγώνας. Στον Άγιο Φραγκίσκο παρέμεινα περισσότερο καιρό και τουτο γιατί εκεί είχα μια απρόοπτη γνωριμία η οποία εσημείωσε σημαντικό σταθμό στην αθλητική μου καριέρα και στην επαγγελματική μου επίδοσι.

Έτρωγα σ’ ένα ελληνικό εστιατόριο του Κεφαλλωνίτη Δελαπόρτα, ο οποίος εφημίζετο πως εύρισκε τα καλύτερα θαλασσινά. Ο εξυπνότατος εκείνος Έλλην είχε κατορθώσει να συγκεντρώνη με τα πικάντικα φαγητά του όλους τους καλοφαγάδες του Σαν Φραντζίσκο. Όταν πήγαινα στο μαγαζί του Δελαπόρτα με περιποιείτο ένας νεαρός μέχρι είκοσι χρονών, ο οποίος εργαζόταν στο εστιατόριο ως βοηθός γκαρσονιού. Ήταν ένα παιδί ντροπαλό, συνεσταλμένο αλλά πρόθυμο κι ευγενικό.
Κάποια μέρα ο Δελαπόρτας μουπε:
-Κύριε Τόφαλε αυτό το παιδί έχει επίδοσι στον αθλητισμό. Του αρέσει η πάλη και μάλιστα έχει πολλές επιτυχίες στην κατηγορία που ανήκει. Προ ημερών τον ανεκήρυξαν πρωταθλητή για την πόλι του Σαν Φραντζίσκο.
Τον φώναξα και ήλθε κοντά μου. Στο πρόσωπο του φαινόταν η συστολή, η ντροπή.
-Θα έλθης, του είπα, αύριο το απόγευμα να με πάρης από το ξενοδοχείο μου. Θα πάμε μαζί στο γυμναστήριο. Επιθυμώ να σε δοκιμάσω αν αξίζης τίποτα...
-Σας ευχαριστώ κ. Τόφαλε, μου είπε.
Και με την νεανική του δειλία μου πρόσθεσε:
-Εγώ σας είδα σε δύο αγώνες πάλης και σας εθαύμασα, αλλά δεν είχα το θάρρος να σας μιλήσω!...
-Πως λέγεσαι;
-Χρήστος Θεοφίλου, μου απήντησε.
-Από που κατάγεσαι;
-Από το Κουτσοπόδι του Άργους.
-Είμαστε σχεδόν πατριώτες. Κι εγώ κατάγομαι από την Πάτρα. Σου υπόσχομαι να ενδιαφερθώ για σένα αρκεί να μ’ ακούσης.
-Βεβαίως, απήντησε με συγκίνησι το παιδί που εργαζόταν στο εστιατόριο των «τριών δρόμων» του Αγίου Φραγκίσκου.

Πράγματι, την άλλη μέρα ο νεαρός Θεοφίλου ήλθε και με πήρε από το ξενοδοχείο και πήγαμε στο γυμναστήριο. Όταν σε λίγο τον είδα γυμνόν, μπροστά μου, έμεινα έκθαμβος. Επρόκειτο για ένα πραγματικό αριστούργημα. Η μυϊκή του διάπλασις ήταν τελειοτάτη. Το κορμί του κομψοτέχνημα. Αρμονία γραμμών συνέθεταν την πιο χαρακτηριστική εικόνα ζωγραφικού πίνακος. Ένα ζωντανό αρχαίο ελληνικό άγαλμα.
Εν τούτοις του έλειπε κάτι. Ήταν κοντός. Εαν είχε 10-15 πόντους ακόμη ύψος θα ήταν σωστός ημίθεος Ηρακλής.
Ανεβήκαμε στο ρίνγκ. Πολύς κόσμος είχε πληροφορηθή το γεγονός και είχε συγκεντρωθή για να παρακολουθήση την περίεργη αυτή προπόνησι. Οι αθλητικοί παράγοντες της Καλιφόρνιας έμειναν εκστατικοί.
-Τι θέλει ο Τόφαλος μ’ αυτό το παιδί;
Που να διαισθάνονταν τι μπορούσε να βγη απ’ αυτή την «ανομοιογενή» αθλητική επίδειξι;

Προτού ακόμη δοθή το σύνθημα ενάρξεως του αγωνίσματος θυμάμαι, ότι είπα στον νεαρό μου αντίπαλο:
-Άκουσε, παιδί μου. Εγώ θα παλαίψω μαζί σου σκληρά για να σε πετάξω όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Και συ θα κάνης ακριβώς το ίδιο. Δεν θα λάβης υπ’ όψιν σου ούτε τους τίτλους μου, ούτε τ’ όνομα μου. Θα με θεωρήσης αντίπαλο. Θα παλαίψης μαζί μου με σκληρότητα για να με πετάξης...
Δώσαμε τα χέρια κι άρχισε η πάλη. Κυλιστήκαμε αμέσως στο δάπεδο. Από τα πρώτα λεπτά κατάλαβα πως είχα να κάνω μ’ ένα πραγματικό γίγαντα. Με κατέπληξε η δύναμις του. Μου επετέθη με πρωτοφανή σφοδρότητα. Ομολογώ ότι πολλές φορές βρέθηκα σε άσχημη θέσι. Με πολλή δυσκολία κατώρθωσα να βρω διέξοδο για να μη νικηθώ από το παιδί αυτό. Ένοιωσα πραγματικές τανάλιες να μου σφίγγουν το κορμί, χωρίς να κατορθώνω εύκολα να απαγκιστρώνωμαι απ’ τις φοβερές λαβές του καταπληκτικού εκείνου νέου.
Στα 45 λεπτά σταματήσαμε τον αγώνα. Πραγματικά είχα αισθανθή δυνατή κόπωσι. Τον έφερα τότε κοντά μου και τουπα με ενθουσιασμό:
-Μπράβο Θεοφίλου! Είσαι όντως πολύ καλός. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως το μυαλό σου θα πρέπει να πάρη αέρα. Χρειάζεται να γυμναστής ακόμη. Έχεις ανάγκη να συστηματοποιήσης τη δύναμι σου και να παλεύης τεχνητά. Επίσης πρέπει να κερδίσης λίγο βάρος ακόμη. Σε συγχαίρω και σου υπόσχομαι να φροντίσω για τη σταδιοδρομία σου.
Μου έσφιξε το χέρι με έκδηλη συγκίνησι.
-Σας ευχαριστώ!... Σας ευχαριστώ για όλα. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ!...

Ο ΛΟΝΤΟΣ ΠΡΟΟΔΕΥΕΙ...
Σε δύο εβδομάδες βρισκόμουνα στο Σου Σίτυ της Αϊόβας. Επρόκειτο να τελεσθή εκεί αγών του παγκοσμίου πρωταθλήματος μεταξύ του Τζο Στέκερ και του Ερ Κάντακ. Στον αγώνα αυτόν επρόκειτο να παλαίσω κι εγώ με τον νικητήν. Αλλά ένα αιφνίδιον γεγονός ανέτρεψε το πρόγραμμα ενώ έδωσε την ευκαιρία να σημειώσω μια σημαντική επιτυχία.
Τις ημέρες εκείνες βρισκόταν στο Σου Σίτυ ένας επικίνδυνος παλαιστής. Ο φημισμένος Τζον Πίζακ ο οποίος είχε προτείνει ότι επιθυμούσε να παλαίψη με τον νικητήν του αγώνος Στέκερ-Κάντακ. Αυτοί ήθελαν ν’ αποφύγουν την συνάντησιν με τον Πίζακ και επρότειναν σε μένα μέσω του προπονητού μου για να βρουν μια διέξοδο. Αρνήθηκα. Αλλά είπα στους διοργανωτάς ότι είχα ένα θαυμάσιον παλαιστήν του ίδιου βάρους –ο δαιμόνιος αυτός παλαιστής εζύγιζε μόνον 190 πάουντ(λίτρες)- και θα μπορούσε να αγωνισθή με τον Πίζακ.
-Που βρίσκεται αυτός ο παλαιστής;
-Στον Άγιο Φραγκίσκο!
-Πως λέγεται;
-Χρήστος Θεοφίλου, τους απήντησα.
Γέλασαν με το όνομα Θεοφίλου.
-Δεν ξαίρουμε κανένα τέτοιον παλαιστήν που μπορεί να τα βάλη με τον Πίζακ.
-Σας εγγυώμαι εγώ. Ο ταραχοποιός Πίζακ θα εξοντωθή από τον Θεοφίλου.
-Πολύ αμφιβάλλουμε, μου είπαν. Πως θα διακινδυνεύσουμε ένα τόσο σοβαρό αγώνα μ’ έναν άγνωστο παλαιστήν; Άλλωστε θα δεχτή να αγωνιστή με τον Πίζακ;
Έπρεπε όμως να επιτύχω.
-Τότε, τους είπα, θα κάνουμε μια συμφωνία. Θα φέρω εγώ δι’ εξόδων μου τον Θεοφίλου από τον Αγ. Φραγκίσκον. Εάν δεχτή και παλαίψη θα του πληρώσετε τα έξοδα και 500 δολλάρια ως αμοιβή. Εαν όχι τότε εγώ θα πληρώσω τα έξοδα του και δεν θα πάρη ούτε ένα σέντς.
-Σύμφωνοι, μου απήντησαν.

Αμέσως τηλεγράφησα στον Θεοφίλου ο οποίος έφθασε αστραπιαίως στο Σου Σίτυ. Του είπα τον σκοπόν της προσκλήσεως. Ενθουσιάσθη και μ’ ευχαρίστησε για το ενδιαφέρον μου.
Εν τω μεταξύ το γεγονός είχε γνωσθή μεταξύ πολλών ενδιαφερομένων φιλάθλων, και παραγόντων της πόλης. Άρχισε τις προπονήσεις και τον έβαλα να παρακολουθή τις άριστες προπονήσεις του πρωταθλητού Στέκερ. Μέσα σε λίγες ημέρες οι δημοσιογράφοι των αθλητικών συναντήσεων άρχισαν να ενδιαφέρωνται για την πορεία των προπονήσεων του Θεοφίλου. Αυτό μ’ ενθουσίασε. Όταν οι δημοσιογράφοι ενδιαφέρονται για ένα ζήτημα θα πη ότι πράγματι έχει κάποια αξία και προκαλεί την εντύπωσι του κόσμου. Και ασφαλώς δεν μπορώ να λησμονήσω από τη μακρά πείρα μου πως οι δημοσιογράφοι είναι οι πιο δύσκολοι άνθρωποι του κόσμου.
Κάποια μέρα ήθελα να σφυγμομετρήσω τις δυνατότητες του προστατευομένου μου ύστερα από τις συνεχείς προπονήσεις του. Τον έβαλα και επάλαισε με τον Αμερικανόν γίγαντα Τσάλε Κάτλερ. Οι εφημερίδες έγραφαν την άλλην ημέραν:«Ένας μισκροπικός Έλλην κατέβαλε με πρωτοφανή άνεσιν τον πελώριον Κάτλερ. Θαυμάζεται η παλαιστική του ικανότης και η αρμονικώτατη σωματική του διάπλασις».

Ήμουνα ενθουσιασμένος με τον νεαρόν φίλον μου. Αλλά υπήρχε ένα κώλυμα στον αγώνα που επρόκειτο να διεξαχθή σε λίγες ημέρες. Το όνομα του Θεοφίλου. Οι Αμερικανοί με την ιδιότυπη προφορά τους ήταν αδύνατον να φέρουν στο στόμα τους όνομα Θεοφίλου. Κάτι έπρεπε να γίνη!...
Βρισκόμαστε στο ξενοδοχείο μας και προσπαθούσαμε να βρούμε λύσι σ’ αυτό το μικρό αλλά σοβαρώτατον πρόβλημα. Πήρα ένα Ελληνοαμερικανικό λεξικό. Έψαξα να βρω ένα αρχαίο σύντομο Ελληνικό όνομα για να χρησιμοποιηθή με ευκολία από τους Αμερικανούς φιλάθλους. Βρήκαμε μερικά ονόματα. Αλλά καλά, άλλα άσχημα. Μου επρότεινε να διαλέξουμε ένα με κλήρο μια και θα γίνη το επαγγελματικό του πλεόν όνομα. Συνεφώνησα!
Εκείνην όμως την στιγμήν ο υπάλληλος του ξενοδοχείου μου έφερε ένα τηλεγράφημα. Προήρχετο από τον τότε διευθυντήν της μεγάλης Ελληνικής εφημερίδος «Ατλαντίς» συμπολίτην μου Σωτήριον Λόντον της ιστορικής οικογενείας των Πατρινών ηρώων του 21. Σκέφτηκα για μια στιγμή και του είπα να βάλουμε και το όνομα Λόντος στη... κληρωτίδα. Έτσι και έγινε. Το καπέλλο του Θεοφίλου εχρησίμευσε ως... κληρωτίς. Δέκα ονόματα βάλαμε μέσα.

Τέλος δεκάτου εβδόμου μέρους (συνεχίζεται)
ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΟΦΑΛΟΥ (16)


Εφ. ΗΜΕΡΑ 24/12/1969. Ο Τοφαλος επιδεικνύει μία από τις λαβές του στην ελεύθερη πάλη



Δέκατο έκτο μέρος
-------------------------

Φαίνεται όμως ότι ήταν προωρισμένο να... καταδικασθή το ωραίο εκείνο αίσθημα μου και να πέση άδοξα. Αυτό συνέβη κάποια μέρα με την «παρέα των αρουραίων», όπως επωνομάζετο η συντροφιά μας με τους Μωραϊτίνην, Σουρήν και τους άλλους λογοτέχνας και δημοσιογράφους. Αυτοί όλοι οι οποίοι με αγαπούσαν υπερβολικά, απεφάσισαν να θέσουν τέρμα στα... μεγαλεπήβολα όνειρα μου. Και το έργον αυτό το ανέλαβεν ο αείμνηστος Γ. Σουρής.
Κάποια μέρα λοιπόν ήλθε και με συνάντησε στο καφενείο του Ζαχαράτου όπου εσυχνάζαμε όλοι οι αποτελούντες τότε την «παρέα των αρουραίων». Ήπιαμε όπως πάντα το καφεδάκι μας(συζητήσαμε για την πολιτική κατάστασι –Ρωμιοί δεν είμαστε; - μου είπε για την αθλητική μου επίδοσι, και σιγά-σιγά φτάσαμε και... στο ψητό:
-Έμαθα αγαπητέ Δημητράκη –μουπε μ’ εγκαρδιότητα, ο αξέχαστος φίλος, ότι προοδεύεις καταπληκτικά στον έρωτα.
Συγκατένευσα με εγωϊστική ικανοποίησι. Αλλά ο Σουρής συνέχισε με δεξιοτεχνία στις κουβέντες του:
-Μπράβο, αγαπητέ Τόφαλε. Μόνον ένας Τόφαλος θα μπορούσε να πάρη αυτή τη γυναίκα...
Τον κοίταζα ικανοποιημένος. Μου άρεσε η χαρακτηριστική αυτή φράσις.
-Και πότε λέτε για το γάμο;
-Δεν ωρίσαμε, ακριβώς, πάντως κι αυτό θα γίνη σε λίγο καιρό...
-Μπράβο αγαπητέ μου! Αλήθεια σε θαυμάζω.
-Γιατί;
-Γιατί μόνον ένας Τόφαλος μπορούσε να πάρη τη γυναίκα αυτή.

Κατεβήκαμε στο Φάληρο ν’ αναπνεύσωμε λίγο ιώδιο. Στο δρόμο μου επανέλαβε παρα πολλές φορές την ίδια φράσι:«Μόνον ένας Τόφαλος μπορούσε να πάρη αυτή τη γυναίκα...».
Άρχισε να μου κάνη εντύπωσι η επιμονή του Σουρή στη φράσι εκείνη. Έπρεπε να δείξω κάποια μετριοφροσύνη. Και... τόλμησα να παρατηρήσω:
-Γιατί μόνον ένας Τόφαλος μπορούσε να πάρη τη γυναίκα αυτή κι όχι ένας οποιοσδήποτε άλλος;
-Αγαπητέ μου Τόφαλε, μόνον ένας Τόφαλος θα μπορούσε να σηκώση... τα κέρατα απ’ τη γυναίκα αυτή!
Έμεινα εμβρόντητος. Ίσως κεραυνός να μη με απολίθωνε όσο η επιτυχεστάτη εκείνη φράσις του αειμνήστου Σουρή. Αλλά αυτό με έφερε στην πραγματικότητα και αν και με επηρέασε ψυχικώς, εν τούτοις κατάλαβα σε τι βάθρο έπεφτα!... Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ο σφοδρός εκείνος έρωτας εξητμίσθη σαν καπνός.
Τοιουτοτρόπως ενώ συνέχισα το αγώνισμα της άρσεως βαρών, απέφυγα με μεγάλη διακριτικότητα την... άρσιν κεράτων της θρυλικής πρωταγωνίστριας.

ΚΑΙ ΠΑΛΙΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Το φθινόπωρον του 1912 η Ελλάς είχε κηρύξει επιστράτευσιν. Στα σύνορα είχε ανάψει το ντουφέκι. Τα Βαλκάνια βρισκόντουσαν σε μια μεγάλη αναταραχή. Η κλαγγή του πολέμου τραντάζει ολόκληρο τον Βαλκανικό χώρο.
Κατετάγην στο 12ον σύνταγμα πεζικού. Με συγκίνησιν θυμάμαι τις συναντήσεις μου στον στρατώνα με τους παλιούς φίλους και συστρατιώτας μου. Θα μου μείνουν αξέχαστες εκείνες οι ώρες. Περάσαμε μαζί στιγμές αφάνταστης αγωνίας και εθνικού ενθουσιασμού. Τότε η Ελλάς σαν ένας άνθρωπος πολεμούσε. Το παν είχε ξεσηκωθή. Απ’ όλα τα μέρη του κόσμου κατέφθασαν εθελονταί στη μικρή και ανίσχυρη αυτή χώρα στην νότια άκρη της Βαλκανικής χερσονήσου. Τριάντα χιλιάδες Έλληνες από την Αμερική επλημμύρισαν τα πολεμικά πεδία. Ο πόλεμος της ανεξαρτησίας εκέντρισε την ψυχή των Ελλήνων που βρισκόντουσαν μακριά από τη μητέρα Ελλάδα. Κι έσπευσαν αμέσως στη φωνή της. Και προσέφεραν το αίμα τους και εδόξασαν το μεγαλείον της και ετίμησαν τα χρώματα της...

Από τότε πέρασαν 24 μήνες. Το τέλος του πολέμου συνήντησε την Ελλάδα αιματόβρεκτη, τσακισμένη... Τα ερείπια, οι ατέλειωτοι τάφοι και οι μαυροφορεμένες μάννες υπήρξαν ο θλιβερός απολογισμός της διετούς εκείνης συγκρούσεως.
Με βαθύτατον πόνον έφυγα και πάλιν για την Αμερικήν. Τον Μάρτιον του 1914 αποβιβαζόμουνα δια δεύτερην φοράν στην πατρίδα του Ουάσιγκτων. Βρήκα αμέσως του παλιούς μου φίλους. Πήγα και πάλιν στους αθλητικούς συλλόγους. Ανέπνευσα κοντά στον ελεύθερο αθλητισμό και επεδόθην αποκλειστικά στο αγώνισμα της πάλης. Ένα χρόνο μόλις αργότερα εκέρδισα το παγκόσμιον διεθνές τουρνουά της πάλης του 1915, νικήσας περι τους 40 αντιπάλους μου. Το έτος αυτό κατείχα τη
δευτέρα θέσι, μετά τον πρωταθλητήν του κόσμου Φράνκ Γκάτς.

Με την ευκαιρία αυτή δεν θαταν άσκοπο ν’ απαριθμήσω εδώ μερικούς από τους λαμπρότερους αντιπάλους της διεθνούς παλαίστρας, τους οποίους κατετρόπωσα. Μεταξύ άλλων θυμάμαι τους Ιταλούς Γκαρντίνι και Μασάρι, τους Ιταλοσλάβους Ραϊτσεβιτς, Κάλτσα και Ρομάνο, τους Γάλλους Μασπολί, Καζώ και Αντρέ Ραμπώ. Επίσης τους Άγγλους Σμίθ, Άντριους, Μπρίστολ και Μάντισον. Τους Αμερικανούς Πωλ Τζόουνς, Μπιλ Στήλ, Κάτλερ και Μοντγκόμερυ. Τον Ινδοαμερικανόν Χουαϊτ και τον θρυλικόν «άστον» Ήνγκλ. Τον Έλληνα Δημητρέλλην, ο οποίος μ’ ενίκησε το 1910, τον κατέβαλα κατ’ επανάληψιν.

ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΔΙΧΑΣΜΟΥ
Εν τω μεταξύ βρισκόμαστε στις παραμονές του 1916. Η μπόρα κανούργιου πολέμου σκοτεινιάζει τον ευρωπαϊκό ορίζοντα. Είναι η εποχή που η Ελλάς υφίσταται τα δεινά του διχασμού. Το κίνημα της Θεσσαλονίκης και ο σάλος των πολιτικών διενέξεων προεκάλεσαν την σύγχυσιν και επέφεραν κλονισμόν του κύρους της χώρας. Η Ελλάς ανήκε σε δύο στρατοπέδα: Στους Βενιζελικούς και στους Κωνσταντινικούς. Οι ομογενείς της Αμερικής με μεγάλη πικρία έβλεπαν την εξέλιξι των Ελληνικών πραγμάτων. Εν τούτοις κι εκεί μπήκε το μικρόβιο της διαιρέσεως και του αδελφικού διχασμού.
Τότε σε πολλές πόλεις της Αμερικής σχηματίσθηκαν επιτροπές οι οποίες είχαν ένα σκοπό:Να σταθούν πάνω από τα πολιτικά κόμματα που έδερναν την Ελλάδα και να φροντίσουν για την περίθαλψι των οικογενειών των επιστρατευθέντων και φονευθέντων κατα την διάρκειαν του πολέμου. Εις την Αμερικήν, εξ άλλου, οι ελληνικές κοινότητες λόγω της καταστροφικής λαίλαπος του εμφυλίου διχασμού, είχαν τελείως εγκαταλειφθή.

Πιστεύω ότι μαζί με άλλους πατριώτες κατορθώσαμε να περισώσωμε τα ελληνικά διδακτήρια, τις κοινότητες, τις εκκλησίες, και πολλούς από τους επισκόπους μας, τους οποίους η δίνη των πολιτικών παθών έτεινε να εξαφανίση.
Δια την ιστορικήν αλήθειαν αναφέρω εδώ μερικά από τα ονόματα εκείνων που επρωτοστάτησαν, προκειμένου να σωθή ο Ελληνισμός του Νέου Κόσμου. Μεταξύ αυτών μου έρχονται στη μνήμη οι:Ελαφόπουλος και Ευρυπίδης Κεχαγιάς καπνέμποροι, ο Γκρέγκορυ Ταίηλορ(Ταβουλαρίδης) επιχειρηματίας ξενοδοχείων, ο Βαν Νομικός επειχειρηματίας κινηματογράφου, ο Ιω. Μαντάς(νυν πρόεδρος της Ελληνικής Πολεμικής Περιθάλψεως), ο Σόλων Βλαστός της «Ατλαντίδος», ο Μπάμπης Μαρκέτος του «Κήρυκος», ο Νικ. Λέλης νυν πρόξενος εις Χάγην, οι αείμνηστοι πρεσβευταί μας Διαμαντόπουλος και Ψιμόπουλος, ο γεν. Γραμματεύς της Ελληνικής πρεσβείας Κουντουριώτης, οι διακεκριμένοι ομογενείς Γεωργ. Πανόπουλος και Γεωργ. Γενεράλης και πολλοί άλλοι...

ΜΙΑ ΑΠΡΟΟΠΤΗ ΓΝΩΡΙΜΙΑ
Εκείνη την εποχή, έφθασε στην Αμερικήν ο αείμνηστος Ιεράρχης, τότε, Κορίνθου Δαμασκηνός, δια να διευθετήση διάφορα εκκλησιαστικά ζητήματα. Τον συνήντησα εις το ξενοδοχείον «Μονκλαίρ» στην Ν. Υόρκην, όπου είχε καταλύσει ο μέγας εκείνος αρχηγός της Εκκλησίας. Καθήσαμε πολλή ώρα μαζί και συζητήσαμε με μεγάλη εγκαρδιότητα. Σε κάποια στιγμή με ρώτησε:
-Μήπως, κ. Τόφαλε σας θυμίζω τίποτε από το παρελθόν;
-Όχι, Σεβασμιώτατε του απήντησα.
-Και όμως, αν παρατηρήσετε προσεκτικά θα ιδήτε ότι κάτι μας συνδέει από παλαιά χρόνια.
Και πάλιν εδίστασα, η μνήμη δεν μ’ εβοήθησε να θυμηθώ τι μας συνέδεε με τον αλησμόνητον Μητροπολίτην. Όταν όμως μου είπε, έμεινα κυριολεκτικά έκπληκτος.
Πράγματι, την περίοδο που βρισκόμουνα στην Ελλάδα και έκανα περιοδείαν στις πόλεις της υπαίθρου, συνήντησα στην Καρδίτσα ένα μαθητή ο οποίος ήταν σπουδαίος αθλητής εις την ρίψιν της σφαίρας. Ο μαθητής αυτός είχε τότε το πανελλήνιο ρεκόρ, το οποίον κατείχε ο περίφημος πρωταθλητής Γεωργαντάς. Εθαύμασα τον αθλητήν αυτόν. Και του συνέστησα να επιδοθή με ζήλον και φανατισμόν εις τον αθλητισμόν. Του είπα μάλιστα να έλθη εις τας Αθήνας μετά το τέλος των γυμνασιακών του σπουδών προκειμένου να φροντίσω να εγγραφή σ’ ένα μεγάλον αθλητικόν σύλλογον της πρωτευούσης. Ηρνήθη όμως. Επέμενα και τότε προ της επιμονής μου μου είπε ότι καίτοι συμπαθεί τον αθλητισμόν, δεν θα μπορέση να επιδοθή με περισσότερο ζήλο και αφοσίωσι γιατί εσκόπευε ν’ αφοσιωθή εις το ιερατικόν σχήμα.
Ο νέος εκείνος αθλητής Καρδίτσας έγινε αργότερα Μητροπολίτης Κορίνθου Δαμασκηνός, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Αρχιβασιλεύς των Ελλήνων.


Τέλος δεκάτου έκτου μέρους (συνεχίζεται)