Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΟΦΑΛΟΥ (10)


Δέκατο μέρος
--------------------
Στις αρχές του Απριλίου, και ακριβώς την επομένην του Πάσχα, η Βασιλική Αγγλική θαλαμηγός «Βικτωρία-Αλβέρτος» έμπαινε στα Φαληρικά ύδατα. Τα θωρηκτά μας «Σπέτσαι» και «Ψαρρά» προϋπάντησαν την Βασιλικήν θαλαμηγόν και συνώδευσαν ταύτην τιμητικώς μέχρι της προκυμαίας. Πυκνά πλήθη εις τον Πειραιά και τας Αθήνας είχον κατακλύσει τους δρόμους αναμένοντα το Βασιλικόν ζεύγος και τους πρίγκιπας της Βρεταννικής Αυτοκρατορίας. Ο Βασιλεύς Γεώργιος και η Βασίλισσα Όλγα υπεδέχθησαν μετά των μελών του υπουργικού συμβουλίου τους υψηλούς ξένους. Ο δήμαρχος Αθηναίων Σπύρος Μερκούρης προσεφώνησε τους Βασιλείς και ακολούθως η Βασιλική πομπή υπό βροχήν ανθέων του φρενιτιώντος κόσμου κατηυθύνθη εις τα ανάκτορα όπου και κατέλυσε το Βασιλικόν ζεύγος.
Εν τω μεταξύ η πρωτεύουσα είχε λάβει πανηγυρικήν όψιν. Τα σπίτια, τα καταστήματα, τα δημόσια γραφεία ήσαν σημαιοστόλιστα. Το θέαμα ήτο γραφικώτατον. Οι χιλιάδες των ξένων που είχαν κατακλύσει την ελληνικήν πρωτεύουσα έμειναν καταγοητευμένοι από την εμφάνισιν των Αθηνών.

Η ΕΝΑΡΞΙΣ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ
Την Κυριακήν 9 Απριλίου 1906 ήρχισαν με λαμπρότητα και μεγαλοπρέπειαν οι Ολυμπιακοί αγώνες εις το Παναθηναϊκόν στάδιον. Αντι άλλης περιγραφής, σας δίδω μίαν περικοπήν από το «Εμπρός» της 10ης Απριλίου 1906, εις την οποίαν περιγράφεται η εορτή του Σταδίου.
«Κάτι περισσότερον και από όνειρον ήτο το χθεσινόν θέαμα του Σταδίου. Η ισχυροτέρα ποιητική φαντασία μόλις δύναται να φαντασθή την αφαντάστου κάλλους εικόνα την οποίαν παρουσίασαν οι πεντήκοντα χιλιάδες ανθρώπων που εκάλυψαν το εκ μαρμάρου λευκόν αριστούργημα την παμμεγέθη αυτήν κολυμβήθραν, όπου τελείται ήδη η αναβάπτισις της ελληνικής ψυχής εις το φως του ωραίου.
Το Στάδιον δεν ήτο χθες ο αποστράπτων ναός εκ της λευκότητος, το χιονόφωτον μάρμαρον μς τας θαμβούσας ακτινοβολίας και μαρμαρυγάς του. Ήτο το μυριόχρωμον θέατρον, το ονειρώδες ωραίον, το αφαντάστως μέγα πανόραμα, το οποίον θα έλεγε τις ότι παρεσκεύασαν μαγισσών χείρες.
Από της εισόδου μέχρι των Βασιλικών θώκων και από της πρώτης κερκίδος μέχρι της τελευταίας μια πλημμύρα χρωμάτων, φωτός, καλλονών εις πλημμύραν ανθρώπων.
Το Στάδιον ήτο η μαρμάρινη πολυάνθρωπος πόλις, η διακεκοσμημένη από άνθη και σημαίας, η σειόμενη υπό την βοήν των επευφημιών, από την τρικυμία των χειροκροτημάτων.

Δεξιά και αριστερά, επάνω και κάτω συνδυασμοί αρμονικώτατοι, συμπλέγματα αριστουργηματικά. Κερκίδες με τα απειράριθμα καπέλλα των κυριών, τας στολάς και τα πτερωτά λοφία των αξιωματικών φαίνονται ως ανθοβριθείς κόσμοι κατακεκλιμένοι. Εις το βάθος λάμπουν αι διάχρυσοι βασιλικαί στολαί. Το Αγγλικόν στέμμα ακτινοβολεί και λαμπρύνει την μεγαλοπρέπειαν της εορτής. Κενόν πουθενά. Ούτε λευκόν εις τας κερκίδας. Παντού η θάλασσα η ανθρώπινη, η θάλασσα η βοώσα και αι τεράστιαι ανθοδέσμαι των χρωμάτων και των καλλονών. Μέχρι του τελευταίου διαζώματος όπου αι πολυάριθμαι σημαίαι κυματίζουν εις την θωπευτικήν πνοήν της εαρινής ημέρας, ανεβαίνει η θάλασσα.
Είναι η 3η μ.μ. ώρα. Μία σταγών ύδατος πίπτει επί του κόσμου εκείνου του δημιουργηθέντος εις δέκα λεπτά. Βροχή! Αλλά δεν είναι. Απόπειρα μόνον. Ο ήλιος βλέπει το θέαμα, ενθουσιάζεται και επανέρχεται. Και υπό το φως του πλέον το γλυκύ, το διαμέσου λεπτοτάτης γάζης και ευεργετικών νεφών, άρχεται η μεγάλη εορτή...».

ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΣΤΑΔΙΟΥ
Ο Δημ. Τόφαλος συνεχίζει την αφήγησι του:
Το Στάδιον είναι κατάμεστον. Οι Βασιλείς της Ελλάδος και της Αγγλίας και οι άλλοι επίσημοι παρακολουθούν τας χιλιάδας του λαού που έχουν πλημμυρίσει τον ιερόν χώρον. Σε κάποια στιγμή ακούονται ενθουσιώδη τα χειροκροτήματα του κοινού. Μπαίνει η Φιλαρμονική του Μοναστηρίου. Η Μακεδονία βρίσκεται στο στόμα όλων. Δάκρυα πατριωτικοτάτης συγκινήσεως βρέχουν τα μάτια των χιλιάδων θεατών.
Εις μιαν στιγμήν ο Διάδοχος Κωνσταντίνος ως πρόεδρος της επιτροπής δίδει το σημείον της ενάρξεως των αγώνων. Η συγκίνησις του κόσμου αποκορυφώνεται. Αρχίζει η παρέλασις υπερχιλίων αθλητών μ’ επικεφαλής τας φιλαρμονικάς Αθηνών και Λευκάδος με τας γραφικάς στολάς. Οι αθληταί παρελαύνουν προ των βασιλικών θώκων και εκτελούν εν συνεχεία τον κύκλον του σταδίου. Οι Γερμανοί εμφανίζονται πρώτοι εις την παρέλασιν. Η γερμανική σημαία με τον δικέφαλον αετόν, την οποίαν κρατεί υψηλόσωμος Γερμανός κλείνει προ των Βασιλέων εις σημείον χαιρετισμού. Η Βασίλισσα και η πριγκίπισσα Σοφία φωτογραφίζουν την παρέλασιν.

Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΗΡΥΞΙΣ ΤΩΝ ΑΓΩΝΩΝ
Μετά την παρέλασιν ο Διάδοχος Κωνσταντίνος επροχώρησεν εις το μέσον της παρατάξεως των αθλητών και εστάθη μεταξύ αυτών και των Βασιλέων επί του πράσινου τάπητος. Εχαιρέτησε στρατιωτικώς τους Βασιλείς και με βροντώδη φωνήν προσεφώνησε τούτους. Εις το τέλος της προσφωνήσεως του ο Διάδοχος είπεν:«Υπό τοιούτους οιωνούς έχω, Μεγαλειότατε, την τιμήν να παρακαλέσω την Υμετέραν Μεγαλειότητα, όπως ευδοκήση να κηρύξη την έναρξιν των Ολυμπιακών αγώνων του 1906».
Ευθύς αμέσως ο Βασιλεύς Γεώργιος με ζωηράν φωνήν είπε τα εξής από του εξώστου της κλίμακος των Βασιλικών θέσεων:«Κηρύσσω την έναρξιν των Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων του 1906». Κατόπιν άρχισε η γυμναστική επίδειξις των ομάδων των διαφόρων εθνών και με την δύσιν του ήλιου έληξεν η πρώτη ημέρα της Ολυμπιάδος.
Εδώ θα πρέπει να σημειώσωμε τα εξής: Οι Ολυμπιακοί αγώνες έδωσαν την ευκαιρία σε πολλούς από τους Έλληνας αθλητάς να επιδείξουν την αληθινήν των αθλητικήν αγωγήν. Αυτό έκαμεν εντύπωσιν εις τους ξένους. Παντού το διεκήρυσσαν και ιδιαιτέρως εμνημόνευον την ελληνικήν φιλοξενίαν της οποίας ετύγχανον παντού όπου εγύριζαν.
Στην Αθήνα τον Απρίλιον του 1906 είχε μαζευτή πάρα πολύς κόσμος και από την ελληνικήν επαρχίαν. Αλησμόνητος θα μου μείνη ο διάλογος μεταξύ δύο επαρχιωτών, που άκουσα μια μέρα εξερχόμενος του Σταδίου.
-Έμαθα ότι ήλθες ν’ αγωνισθής εις τον δίσκον.
-Ναι!
-Και που εγυμνάσθης;
-Έχω κάνει επίτροπος εκκλησίας του χωριού μου!
Κατα την δευτέραν ημέραν των Ολυμπιακών αγώνων η Ελλάς κατήγαγε την πρώτην ολυμπιακήν νίκην χάρις στον Έλληνα Γεώργιον Ορφανίδην ο οποίος ήλθε πρώτος εις την σκοποβολήν. Ο νικητής ήτο υιός του καθηγητού του Πανεπιστημίου ιατρού Δ. Ορφανίδου. Δεύτερος ήλθε ο Γάλλος λοχαγός Φουκουνιέ.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟ ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ
Το αγώνισμα της άρσεως βαρών είχεν ορισθή για την τετάρτη ημέραν της Ολυμπιάδος. Η μεγάλη στιγμή για μένα έφθασε. Από την προηγούμενην είχα λάβει σωρείαν τηλεγραφημάτων από φίλους και θαυμαστάς μου που μου ευχόντουσαν «καλή νίκη». Αυτή τη στιγμή θυμάμαι ένα τηλεγράφημα που μου έστειλε μια θαυμάστρια μου από την Πάτρα. «Θα σε παρακολουθώ –μουγραφε- όλες τις στιγμές της σκληράς πάλης σου. Έταξα στην Παναγιά να νικήσης. Χωρίς ναμαι κοντά σου θ’ ακούω τα χειροκροτήματα του κόσμου κι η ψυχή μου θα πλημμυρίζη χαρά και συγκίνησι. Περιμένω γρήγορα ειδήσεις σου». Το τηλεγράφημα αυτό με γέμισε ενθουσιασμό, μ’ έκανε άλλον άνθρωπο. Μουδωσε φτερά. Ήταν από την αγαπημένη μου. Από το μοναδικό κορίτσι που με συνεκίνησε για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή. Ήταν Πατρινοπούλα απ’ τις καλύτερες οικογένειες της πατραϊκής κοινωνίας της εποχής εκείνης.

ΜΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
Εις το αγώνισμα της άρσεως βαρών έλαβον μέρος ο αείμνηστος Περικλής Κακούσης ο οποίος εις τους Ολυμπιακούς του 1904 εις τον Αγ. Λουδοβίκον ανεκηρύχθη Ολυμπιονίκης και ο συμπολίτης μου Στέφανος Χριστόπουλος. Από τους ξένους συναθλητάς, μετέσχον τρεις Γερμανοί, δύο Γάλλοι, δύο Ιταλοί, Βέλγοι και άλλοι. Ο πλέον επικίνδυνος αντίπαλος μου ήταν ο γιγαντόσωμος αθλητής ο Αυστριακός Ζόσεφ Στάϊνμπαχ. Ήταν περίπου τριπλάσιος στις σωματικές διαστάσεις από μένα. Αληθινός γίγας.
Ο αείμνηστος Πωλ Αρκάς γράφει δια το αγώνισμα της άρσεως βαρών σε μια εφημερίδα της εποχής εκείνης:«Κατόπιν ακολουθεί άλλη αγωνία, μεγαλυτέρα ακόμη. Όλος ο κόσμος ελπίζει για τον Τόφαλο στο αγώνισμα της άρσεως βαρών. Αρχίζει να σκοτεινιάζη. Ο αγών έχει ήδη αρχίσει και η αγωνία των θεατών μεγαλώνει. Αι διαστάσεις ενός Αυστριακού κολοσσού(του Στάϊνμπαχ) προκαλούν φόβους και ανησυχίαν. Πολλοί εψιθύριζαν:«Φοβάμαι τον Τόφαλον...». Αλλά και του Τόφαλου οι τεράστιοι μυωνες επιδεικνύονται πανηγυρικώς και προκαλούν κάποιαν παρηγορίαν. Ο αγών συνεχίζεται και η αγωνία κορφούται. Ο Τόφαλος σηκώνει πρώτος το αμφίσφαιρον και ακολουθεί ο Αυστριακός με την ίδια άνεσι κι επιδεξιότητα. Οι λοιποί αθληταί αποσύρονται ο ένας μετά τον άλλον.
Ήδη όμως αρχίζει η νύχτα να σκεπάζη με το πέπλο της στο Στάδιον. Από τας κερκίδας ο κόσμος διακρίνει μόνον τους όγκους των σαρκών των δύο συναγωνιστών. Έφθασε η νύχτα και το αγώνισμα διακόπτεται δια την επομένην...».

ΕΝΑ ΣΟΒΑΡΟΝ ΖΗΤΗΜΑ
Την ίδια όμως εκείνη νύχτα σαν βόμβα έπεσε μεταξύ του αθλητικού κόσμου ένα ανέλπιστον γεγονός: Ο εκ Κωνστάντζας Παύλος Χατζηπαύλου ο οποίος είχε προσληφθή στην υπηρεσία του Σταδίου κατήγγειλεν ότι ο Αυστριακός αντίπαλος μου Στάϊνμπαχ ήτο επαγγελματίας αθλητής και ότι κατ’ επανάληψιν τον είδε να παίζη εις ένα θίασον ιπποδρόμου εις Κωνστάντζαν, Βραϊλαν και Γαλάζιον.
Τούτο έγινε γνωστό στον πρίγκιπα Γεώργιον. Ευθύς αμέσως ο πρίγκιψ εκάλεσε τον πρόεδρον του Αυστριακού Γυμναστικού Συλλόγου και τον ρώτησε εαν είναι αλήθεια τα όσα καταγγέλθησαν. Ο Αυστριακός πρόεδρος διαβεβαίωσε τον Πρίγκιπα Γεώργιον ότι εξ όσων γνωρίζει ο Στάϊνμπαχ είναι φίλαθλος.
Ο γραμματεύς της Επιτροπής Σπ. Λάμπρου και ο πρόεδρος του συλλόγου μου Τζίνης ανέφεραν ότι θα υποβάλουν ένστασιν. Εξ άλλου ο γυμναστής της Γυμναστικής Εταιρίας Διδυμιώτης κατήγγειλεν εις τον Νεγρεπόντην όσα εβεβαίουν οι ομογενείς της Ρουμανίας. Ότι δηλαδή ο Στάϊνμπαχ ήτο επαγγελματίας αθλητής.

Το πράγμα άρχιζε να παίρνη ανησυχητικόν χαρακτήρα την επομένην ημέραν. Οι εφημερίδες έγραφαν ολόκληρες στήλες για το ζήτημα αυτό. Τα πλήθη είχαν φανατισθή και εζητούσαν τον αποκλεισμόν του Αυστριακού.
Εν τω μεταξύ την προηγουμένην και μέχρις ότου έφθασε η νύχτα ο Στάϊνμπαχ και εγώ είχαμε ανυψώσει 136 κιλά. Ένας Γάλλος και δύο Γερμανοί μας ακολουθούσαν αλλά απεσύρθησαν τελικώς χωρίς να μπορούν να συνεχίσουν τον αγώνα.
Κατα την επανάληψιν του αγωνίσματος(την επομένην) εθεωρήθη τούτο λόγω του θορύβου που είχαν προκαλέσει οι εφημερίδες, ως το πλέον ενδιαφέρον αγώνισμα της ημέρας. Το πλήθος με πρωτοφανή αγωνίαν ανέμενε την ώραν που θ’ ανηγγέλετο η έναρξις του αγωνίσματος άρσεως βαρών.
Παρέμενε όμως ακόμη το ζήτημα του Στάϊνμπαχ. Το ζήτημα τούτο ερρυθμίσθη προσωρινώς ως εξής: Η Επιτροπή ετηλεγράφησεν εις τον Έλληνα πρόξενον εις Κωνστάντζαν από τον οποίο εζητούντο διάφορες πληροφορίες περί του αυστριακού αθλητού. Μέχρις ότου δε έλθη η απάντησις του Έλληνος αντιπροσώπου εις την Ρουμανίαν το αγώνισμα της άρσεως βαρών θα συνεχίζετο. Έτσι κι έγινε.

Τέλος δέκατου μέρους (συνεχίζεται)
ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΟΦΑΛΟΥ (9)
 

Ο εις Αγ. Φραγκίσκον Έλλην δημοσιογράφος κ. Άγγελος Παπούλιας με τον κ. Δημ. Τόφαλον φωτογραφούμενοι εις ένα δρόμον του Αγ. Φραγκίσκου.

Ένατο μέρος
------------------
 
ΕΝΑ ΜΗΝΑ ΠΡΟ ΤΗΣ ΟΛΥΜΠΙΑΔΟΣ...
Τον Μάρτιον του 1906, όπως με πληροφορεί η μνήμη μου, δηλαδή ένα μήνα προ της ενάρξεως των Ολυμπιακών αγώνων, άρχισαν οι προκριματικοί αγώνες προκειμένου ν’ αναδειχθούν οι Έλληνες αθληταί οι οποίοι θ’ αποτελέσουν την αντιπροσωπευτική ομάδα δια τους Ολυμπιακούς. Πεντακόσιοι περίπου αθλητές έλαβον μέρος. Ο ενθουσιασμός τότε του κόσμου ήταν άλλο πράγμα. Ακόμη και στις προπονήσεις έτρεχαν χιλιάδες φιλάθλων για να ενθαρρύνουν τους αθλητάς. Τελικώς προεκρίθησαν ο Νίκος Γεωργαντάς, ολυμπιονίκης στους αγώνες του Αγ. Λουδοβίκου και ο Μιχαήλ Δόριζας δια την σφαιροβολίαν και λιθοβολίαν. Ο Κωνσταντίνος Τσικλητήρας στο άλμα, ολυμπιονίκης αργότερα(1912) στη Στοκχόλμη και ο οποίος πέθανε από μηνιγγίτιδα στην εκστατεία του 1912-13. Επίσης ο Αναστάσιος Κουτουλάκης στον Μαραθώνιον, οι Κοζανιτάς, Γεωργαντόπουλος και Πανταζόπουλος στο αγώνισμα αναρριχήσεως επι κάλω, ο Έκτωρ Παντελής του Πανιωνίου, εις τα 100 μέτρα και οι Αναστασόπουλος, Αμπελάς, Ισιγώνης στο δρόμο μετ’ εμποδίων. Ο Στέφανος Χριστόπουλος προεκρίθη δια την πάλην και ο αείμνηστος Θεμιστοκλής Διακίδης –δολοφονηθείς στην Πάτρα κατα την κατοχήν- στο άλμα εις ύψος μετά φοράς. Προεκρίθησαν κι άλλοι πολλοί αλλά τούτη τη στιγμή δεν θυμάμαι. Είπαμε άλλωστε είμαι 70 χρονών...

Αλλά μεταξύ άλλων παραλίγο να ξεχάσω το σπουδαιότερο:Τον Τόφαλο! Βέβαια εγώ προεκρίθην για το αγώνισμα άρσεως βαρών. Θα πρέπει όμως να σημειώσω ότι εκείνη την εποχή ήμουν στρατιώτης. Έκανα γυμνάσια. Πήγαινα αγγαρείες. Η δίαιτα μου άλλαξε. Ο ρυθμός της ζωής του αθλητού ανετράπη. Φυσικά και η επίδοσις λιγόστεψε, είπαμε όμως, ήμουνα στρατιώτης. Καλός, κακός δεν έχει σημασία. Ήμουν στρατιώτης: Λίγο έξυπνος, λίγο κουτός, λίγο κοπανατζής, περισσότερο πονηρός..., εν πάση περιπτώσει στρατιώτης – με συγχωρείτε, είχα προαχθή σε δεκανέα στο διάστημα αυτό, αλλά παρέμενα πάντα αθλητής.

ΕΝΑ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ
Εκείνες τις ημέρες είχα ένα χαριτωμένο επεισόδιο με τον φίλαθλο Διάδοχο Κωνσταντίνο. Το αναφέρω γιατί είναι πολύ χαρακτηριστικό της δημοκρατικότητος του αγαπημένου μας Βασιλέως μετέπειτα που τόσον ελάμπρυνε την πατρίδα μας.
Βρισκόμουν μια μέρα στο Στάδιον και επροπονούμην. Ο Διάδοχος ερχόταν σχεδόν κάθε απόγευμα και παρακολουθούσε τις προπονήσεις. Τον ενδιέφερε προσωπικώς η πρόοδος των αθλητών που ελάμβαναν μέρος στη προσεχή Ολυμπιάδα.
Εγώ συνέχιζα την προπόνησι μου υπό την επίβλεψη πάντοτε του γυμναστού μου. Κάποια μέρα σήκωσα με το ένα χέρι βάρος 81 οκάδων. Ύστερα επεχείρησα να ανυψώσω το αμφίσφαιρον. Δυστυχώς όμως για μένα το βάρος που κατάφερα να σηκώσω, δεν υπερέβαινε τις 98 οκάδες. Αυτό εξέπληξε τον Διάδοχον Κωνσταντίνον. Αμέσως δεν χάνει καιρόν και έρχεται κοντά μου. Ήταν θυμωμένος.

-Δεν μου λες Τόφαλε, τι χάλια είναι αυτά; Εμείς περιμένομε από σένα μια πρώτη νίκη και συ, όπως βλέπω ούτε τρίτος δεν θαρθης!
Τον κοίταξα κατάματα. Είδα τα μάτια του να βγάζουν σπίθες. Είχε πραγματικά θυμώσει ο αλησμόνητος Κωνσταντίνος. Και επέμενε να του απαντήσω:
-Γιατί δεν μιλάς Τόφαλε; Έχω την εντύπωσι πως ο στρατός σε ρεμπέλεψε...
-Όχι Υψηλότατε. Αλλά με καταπονούν τα γυμνάσια. Επιθυμώ να προπονηθώ με σύστημα και σκληρά και δεν μπορώ. Ο γιατρός μου, μουπε να προπονούμαι ελαφρά...
Τι να κάνω δεν ξαίρω. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και με τους άλλους αθλητάς που έτυχε να υπηρετούν την πατρίδα...
Ο Διάδοχος με άκουσε μ’ ενδιαφέρον. Τόσο μάλιστα ενδιαφέρον ώστε έδωσε αμέσως εντολή να χορηγηθούν άδειες από τις μονάδες σε όσους αθλητάς θα λάβουν μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνας.
Μετά δύο ημέρας ανύψωσα και πάλιν 111 οκάδες. Αυτό ενθουσίασε τον Διάδοχον και ήλθε και πάλιν κοντά μου και μου είπε χαριτολογώντας.
-Τόφαλε μου την κατάφερες!
-Όχι Υψηλότατε! Απλώς με ενθουσίασε το ενδιαφέρον σας για την επίδοσι μου. Κι αυτό μου πολλαπλασίασε τις δυνάμεις μου...
Γέλασε με την καρδιά του το αγαπημένο παιδί του Βασιλικού οίκου.

ΠΥΡΕΤΩΔΕΙΣ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑΙ
Άρχισαν οι προετοιμασίες για τη μεγάλη αθλητική εορτή. Εις την πρωτεύουσα κυκλοφορούν διάφοραι ειδήσεις. Αι εφημερίδες της εποχής πληροφορούνται ότι πρόκειται ν’ αφιχθούν στην Αθήνα ο Καϊζερ, ο Εδουάρδος, οι πρίγκιπες της Ουαλλίας, ο Δούξ της Αόστης και άλλες παγκοσμίου φήμης προσωπικότητες. Από των αρχών του Μαρτίου όλα τα ξενοδοχεία έχουν ενοικιασθή. Πολλά σπίτια επίσης που διαθέτουν δωμάτια έχουν αρχίσει να καταλαμβάνωνται. Προμηνύεται μεγάλη κοσμοσυρροή από την Αίγυπτον, Κωνσταντινούπολιν, την Ιταλίαν και την Μ. Ανατολήν.
Την 14ην Μαρτίου ελήφθη τηλεγράφημα προς την Επιτροπή Ολυμπιακών αγώνων ότι οι αθληταί της Γερμανίας, της Νορβηγίας και των άλλων βορείων περιοχών θα εις το Βερολίνον. Εποκεί θα μεταβούν στη Βιέννη, θα παραλάβουν τους συναδέλφους των αθλητάς της Αυστρίας και θα κατευθυνθούν στη Τεργέστη όπου θα έχουν συγκεντρωθή οι Ιταλοί αθληταί προκειμένου όλοι μαζί να κατέλθουν εις την Ελλάδα.

Το Αυλαρχείον εξ’ άλλου ανεκοίνωσεν ότι ο Βασιλεύς της Αγγλίας Εδουάρδος και η Βασίλισσα Αλεξάνδρα έρχονται οριστικώς στας Αθήνας. Επίσης κατέρχονται οι πρίγκιπες της Ουαλλίας. Η μητέρα της πριγκιπίσσης Ελένης Μ. Δούκισσα Βλαδιμήροβνα εγνώσθη ότι θα παραστή εις τους αγώνας. Περί του Καϊζερ της Γερμανίας και του βασιλέως της Ιταλίας Βίκτωρος Εμμανουήλ δεν υπήρχε σαφής πληροφορία περί της αφίξεως των.
Εις το υπουργείον Εξωτερικών υπήρχον πληροφορίαι πως πρόκειται να φθάσουν στας Αθήνας διάσημοι συγγραφείς και καλλιτέχναι καθώς επίσης Γάλλοι ακαδημαϊκοί και σοφοί όλων των εθνικοτήτων. Στο τέλος Μαρτίου έφθασαν στην πρωτεύουσα πολλοί διακεκριμένοι ξένοι δημοσιογράφοι. Μεταξύ άλλων έφθασε ο Αλεξ. Δίβιν των «Ημερησίων Χρονικών» του Λονδίνου. Επίσης ο φιλέλλην Ιταλός δημοσιογράφος Γκαούρα ανταποκριτής του πρακτορείου Στέφανι και άλλοι πολλοί.

Τέλος ένατου μέρους (συνεχίζεται)
ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΟΦΑΛΟΥ (8)

 Από την εφ. ΗΜΕΡΑ 27/09/1969 - Ο Τόφαλος με στρατιωτική στολή

Όγδοο μέρος
------------------
 
Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΙΣ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ
Το γεγονός, όμως, αυτό εδημιούργησε μιαν ευτυχή αντίδρασιν. Την αντίδρασιν ολοκλήρου του αθηναϊκού Τύπου καθώς και των επαρχιακών εφημερίδων. Πιστεύω ότι τούτο συνετέλεσεν αποκλειστικώς ώστε κατα την δημοσιεύσιν του οριστικού προγράμματος των Ολυμπιακών αγώνων, να περιληφθούν και τα αγωνίσματα της άρσεως βαρών και της Οργανικής Γυμναστικής.
Προ της δημοσιεύσεως του προγράμματος και συγκεκριμένως τον Οκτώβριο του 1905 εζήτησα ακρόασιν από τον Βασιλέα Γεώργιον Α’ και τον Διάδοχον Κωνσταντίνον. Με εδέχθησαν αμέσως και μου έδειξαν εξαιρετική κατανόησιν:
-Γιατί διαμαρτύρεσαι Τόφαλε, μου λέει ο αείμνηστος Βασιλεύς Γεώργιος Α’. Είσαι αθλητής και είσαι υποχρεωμένος περισσότερον παντός άλλου να σέβεσαι τις αποφάσεις των προϊσταμένων σου.
-Μεγαλειότατε, και η ανατροφή μου και η οικογενειακή μου παράδοσις με εδίδαξαν σεβασμόν εις τους νόμους του κράτους και υπακοήν εις τους ανωτέρους μου, αλλά θα μου επιτρέψετε να έχω αντίρρησιν ως προς το αιτιολογικόν του αποκλεισμού του αγωνίσματος της άρσεως βαρών από την προσεχή Ολυμπιάδα.
-Δηλαδή;
-Η Επιτροπή εγνωμάτευσε ότι το αγώνισμα τούτο θεωρείται ανθυγιεινόν. Εγώ λοιπόν, δέχομαι να θυσιάσω τον εαυτόν μου για να δώσω μια βεβαίαν νίκην στην πατρίδα μου. Εαν δεν φανώ συνεπής, τότε η θυσία μου οσοδήποτε μεγάλη και αν είναι, δεν θαχη καμιάν απολύτως αξία...
-Τότε θα γίνη! Να φύγης και να συνεχίσης τις προπονήσεις σου.
 
ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑΝ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ
Τον Δεκέμβριον του ίδιου έτους (1905), προσήλθον εις τας τάξεις του στρατού. Με εθνικήν υπερηφάνειαν, όπως κάθε Έλλην παρουσιάσθηκα στο ανασυσταθέν 12ον Σύνταγμα Πεζικού Πατρών για να εκπληρώσω τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις.
Τις πρώτες ημέρες στον στρατώνα τις πέρασα χωρίς να κάνω τίποτα. Κι αυτό γιατί δεν είχα στολή να φορέσω. Καμιά στολή απ’ όσες είχαν στις αποθήκες δεν έκανε για το σώμα μου. Φορούσα μόνον ένα πηλήκιον και τα πολιτικά μου ρούχα. Ήμουνα ο κωμικώτερος στρατιώτης απ’ όλους στο Σύνταγμα. Εν τούτοις, υποχρεούμην να λαμβάνω μέρος στα γυμνάσια. Αυτό μ’ εκούραζε, με καταπονούσε και στις πορείες έμενα πάντοτε τελευταίος.
Ο γιατρός του αθλητικού μου συλλόγου μου συνέστησε να πρωσπαθήσω να μετριάσω τους κόπους και να προπονούμαι με τα αμφίσφαιρα.
Ήμουνα όμως στρατιώτης και τώρα μάλιστα που μου έφτιασαν και τη στολή μου έπρεπε να... προσγειωθώ προς την νέαν κατάστασιν. Και το σπουδαιότερον ότι ο επιλοχίας του λόχου δεν είχε ιδέαν από αθλητισμό. Αυτός ήθελε η δουλειά στον στρατώνα να γίνεται όπως πρέπει κι όταν έβγαινα έξω δεν τον ενδιέφερε αν σήκωνα τα «Ψηλά Αλώνια» στο κεφάλι μου.

Εν τω μεταξύ άρχισαν στην Αθήνα οι προετοιμασίες για τους Ολυμπιακούς αγώνας. Η απόφασις της Ολυμπιακής Επιτροπής ήταν να κατορθωθή και εμφανισθή η Ελλάδα με κάποια αξιόλογη θέσι στην Ολυμπιάδα του 1906. Εκτός αυτού η Επιτροπή επεδίωκε να διοργανώση τους αγώνας και να επιτύχη στην εμφάνιση τους απ’ όλες τις πλευρές. Αυτό μάλιστα είχε διαφημισθή πολύ στο εξωτερικόν. Οι οικτρότατες άλλωστε αποτυχίες των Ολυμπιακών αγώνων των Παρισίων και του Αγ. Λουδοβίκου ενίσχυσαν την άποψιν των φιλελλήνων πως ένα τέτοιο παγκόσμιο γεγονός δεν είναι δυνατόν να επιτύχη αλλού εκτός από την Ελλάδα και μάλιστα κάτω από τον καταγάλανο αττικό ουρανό, τον λάμποντα Παρθενώνα και τον φιλόξενον και ενθουσιώδη αθηναϊκόν λαόν.

Τέλος όγδοου μέρους (συνεχίζεται)
ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΟΦΑΛΟΥ (7)

Από την εφημερίδα ΗΜΕΡΑ 23/11/1969 - Αποχαιρετιστήριος αγώνας του αθλητή στις 9 Ιανουαρίου 1909. Η εφημερίδα έγραφε ότι ήταν στο Κάϊρο αλλά πρέπει να ήταν στο Biarritz, στη Γαλλία

Έβδομο μέρος
--------------------

Μέσα εις μίαν νεκρικήν σιγήν ο αγών άρχισε. Από την αρχή, από τα πρώτα δευτερόλεπτα, υπήρξε σκληρός, σκληρότατος. Έπεσα σαν ταύρος πάνω στον αντίπαλο μου, με πρωτοφανή αγριότητα τον γύριζα δεξιά-αριστερά. Ήθελα να επιτύχω τον πανικόν. Και το επέτυχα. Ο δυστυχής Ντυμπουά ξαφνιάστηκε. Δεν ήξαιρε πως να μ’ αντιμετωπίση. Πανικοβλήθηκε από την πρώτη στιγμή. Μέσα στα δέκα πρώτα λεπτά ο Ντυμπουά, αφού τον στριφογύριζα σαν παιγνιδάκι στα χέρια μου, τον πέταξα χάμω. Είχε νικηθή...

Οι θεαταί του Σταδίου κατεπλάγησαν. Δεν πίστευαν στα μάτια τους. Ο διαιτητής όμως με είχε ανακηρύξει νικητήν. Φαντάζεσθε βέβαια την απογοήτευσι των Γάλλων φιλάθλων των ώρα που έφευγαν από το γήπεδο...
-Καλά πως έγινε αυτό;
-Κάτι θαπαθε ο Ντυμπουά...
-Δεν είναι δυνατόν!
Ότι θέλεις έλεγαν. Ένας μάλιστα Γάλλος δημοσιογράφος με ρώτησε:
-Πως νικήσατε κ. Τόφαλε με τόση ευκολία σήμερα;
Απλούστατα, του απάντησα, ξεκουράστηκα τρεις ημέρες, έφαγα καλά, έκανα μια μικρή προπόνηση και κατέβηκα στο ρίνγκ.
-Μα πιστεύω, το ίδιο εκάνατε και προχθές.
-Ασφαλώς το ίδιο, αγαπητέ μου. Με μια όμως «μικρή» διαφορά.
-Ποια αν επιτρέπετε;
-Ότι, όταν νικήθηκα από τον Ντυμπουά ήταν ο 47ος παλαιστής που επάλευα μέσα σ’ ένα σαρανταοκτάωρο. Εαν ήταν πρώτος ή τριακοστός, θα είχε ασφαλώς τη σημερινή τύχη...

Και τώρα ολοταχώς για την Ολυμπιάδα του 1906. Ο προπονητής μου και αχώριστος φίλος Ανδρέας Πετρουτζής και ο γιατρός της Γυμναστικής Εταιρίας Πατρών Σπύρος Σταυρόπουλος άρχισαν τώρα να παρακολουθούν εντατικά την προπόνησι μου. Κυρίως ενδιεφέροντο να διατηρηθή η καρδιά μου σε πολύ καλή υγεία γιατί φοβόντουσαν ότι λόγω της υπερκόπωσης θα μπορούσε να σταματήση να λειτουργή κανονικά. Βρισκόμουνα πλέον στην ηλικία ενός ώριμου νέου. Ήμουν 21 έτους και ετοιμαζόμουνα να προσέλθω να υπηρετήσω ως νεοσύλλεκτος την πατρίδα. Εκείνην ακριβώς την εποχήν συνέβη ένα ανέλπιστον γεγονός, το οποίον με συνεκλόνισε κυριολεκτικά. Εδημοσιεύθη υπό της επιτροπής των Ολυμπιακών αγώνων το προσωρινόν πρόγραμμα της Ολυμπιάδος. Από το πρόγραμα όμως αυτό είχαν αφαιρεθή τα αγωνίσματα της άρσεως βαρών, καθώς και η οργανική γυμναστική. Ευθύς ως το επληροφορήθη τούτο ο φίλαθλος κόσμος, άρχισε τις διαμαρτυρίες. Από παντού άρχισαν να καταφθάνουν τηλεγραφήματα αγανακτήσεως δια το άδικον αυτό μέτρον. Εξ’ άλλου οι διάφοροι αθλητικοί σύλλογοι διεμαρτυρήθησαν εντονώτατα για την «ιεροσυλίαν» αυτήν, όπως εχαρακτήριζαν τον αποκλεισμόν από το αθλητικόν πρόγραμμα των δύο αυτών αγωνισμάτων.«Η Ελλάς, ετόνιζαν εις τα τηλεγραφικάς των διαμαρτυρίας, χάνει οριστικώς δύο βεβαίας νίκας... Ελπίζομεν να μην αδικήσετε κατά την έκδοσιν του τελικού προγράμματος την χώραν που η Ολυμπιάς οφείλει την γένεσιν της...».

Μέχρι σήμερα δεν μπορώ να εξηγήσω πως συνέβη το γεγονός εκείνο. Εν τούτοις κατέστη γνωστόν τότε, ότι ο μακαρίτης Ιωάννης Χρυσάφης, ο οποίος ήτο τεχνικός σύμβουλος της Ολυμπιακής Επιτροπής, κατώρθωσε να πείση –χωρίς να μπορώ να μάθω για ποιους λόγους- τα μέλη της Επιτροπής ότι το αγώνισμα της άρσεως βαρών θα πρέπει να αποκλεισθή διότι είναι ανθυγιεινόν και μοιάζει... με αχθοφορικόν επάγγελμα. Το σπουδαιότερον όμως είναι ότι ο Χρυσάφης έπεισε και αυτόν τον πρόεδρον της Επιτροπής και δημιουργόν της Ολυμπιακής Ιδέας αείμνηστον Διάδοχον Κωνσταντίνον, ο οποίος τόσην υποστήριξιν μου παρέσχεν εις όλα τα στάδια της εμφανίσεως μου.

Τέλος έβδομου μέρους (συνεχίζεται)
ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΟΦΑΛΟΥ (6)



Μια ενδιαφέρουσα φωτογραφική σύνθεσις του ολυμπιονίκου Δημ. Τόφαλου από διαφημιστικά φυλλάδια εις την Αμερικήν. Διακρίνεται ο Τόφαλος εις ένα νούμερο (θιάσου ποικιλιών) ως αρχαίος Έλλην, ως στρατιώτης κλπ.

Έκτο μέρος
-----------------
 
- Ναι αγαπητοί μου – απάντησα – αλλά όπως πληροφορούμαι το βάρος είναι πολύ περισσότερον εκείνου που ανύψωσα στην Αθήνα. Νομίζω πως κάνατε άσχημα να υποσχεθήτε στον υψηλότατο Τούρκο ένα τέτοιο πράγμα.
Κι εγώ δεν έχω καμιά διάθεσι να ρεζιλέψω την Ελλάδα μπροστά στα μάτια των Τούρκων...
- Τόφαλε μου πρέπει να το επιτύχης. Η νίκη αυτή θα σημάνη πολλά. Σκέψου τις χιλιάδες των πατριωτών μας που ζουν υπόδουλοι. Συλλογίσου με πόση υπερηφάνεια θα φύγουν από το στάδιο. Και το σπουδαιότερο τι κουράγιο θα τους δώσης στη σκλαβιά που ζούνε.

Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ
Τότε μου ήλθε μια ιδέα. Ήταν λίγο εξωφρενική. Ο ενθουσιασμός όμως της νειότης δεν ξαίρει απ’ αυτά. Τόλμησα και την είπα στους δύο συμπατριώτες μας.
- Ελπίζω να το καταφέρω. Χρειάζομαι όμως μια μικρή ηθική ενίσχυσι.
- Ότι θέλεις, μου απάντησαν.
- Λοιπόν, επιθυμώ να παιχθή πρώτα ο εθνικός μας ύμνος. Πιστεύω πως με τον ενθουσιασμό μου θ’ ανυψώσω το αμφίσφαιρο που υποσχεθήκατε στον πασσά...
Αυτοί αλληλοκοιτάχτηκαν έντρομοι. Πλησίασαν κοντά μου και μου είπαν σχεδόν εμπιστευτικά:
- Ξεχνάς, Τόφαλε ότι εδώ είμαστε υπόδουλοι; Εδώ είναι Τουρκία πλέον και αν παιχτή ο εθνικός ύμνος είμαστε όλοι χαμένοι.
Τους απήντησα τότε:
- Όπως κι εγώ θα καταβάλω υπεράνθρωπες δυνάμεις ν’ ανυψώσω το βάρος, το ίδιο θα καταβάλετε και σεις προσπάθειες να πείσετε τον Κιαμήλ να δεχτή την... μικρή αυτή χάρι μου.

Έφυγαν απογοητευμένοι. Εν τούτοις διεβίβασαν στον Πασά την επιθυμία μου. Του είπαν συγκεκριμένα ότι ο Έλλην αθλητής επιθυμεί να του κάνετε τη χάρι να παίξη η μουσική ένα «Ελληνικό Μαρς» την ώρα του αγωνίσματος.
- Μετά χαράς, απάντησε ο Τούρκος επίσημος γιατί ήταν βέβαιος πως «ούτε με δέκα Μαρς» δεν θα ανυψώνετο το βάρος των αλτήρων.
Ήλθαν και μου το ανήγγειλαν με μεγάλη χαρά. Αυτό, που επέτυχα μου άρεσε εξαιρετικά. Πιστεύω πως ίσως αυτό να μ’ έκανε να πλημμυρίσω περισσότερο από συγκίνησι παρά η νίκη μου στο αμφίσφαιρον.

ΑΠΟΘΕΩΣΙΣ ΤΩΝ ΣΚΛΑΒΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Σε λίγο όλα ήσαν έτοιμα. Μαζί με τους συναδέλφους μου βγήκα στο γήπεδο. Ο πληθυσμός της Σμύρνης στην εμφάνισι μας σηκώθηκε όρθιος από τα καθίσματα του και μας χειροκροτούσε με εκδηλώσεις παράφορου ενθουσιασμού. Εκείνο που επροκάλεσε θύελλα χειροκροτημάτων ήσαν τα ελληνικά χρώματα.
- Γεια σας λεβέντιες!
- Να μας ζήση ο γαλανός ουρανός!
Το αγώνισμα της άρσεως βαρών αρχίζει. Αντίπαλοι μου είναι ο Κωνσταντινουπολίτης Έλλην ονόματι Καροτσιέρης και ο Σμυρναίος αθλητής Λεωνίδας Μπουγιούκας, Και οι δύο έμειναν στην ανύψωσι βάρους 80 οκάδων. Από εκεί και πέρα έπρεπε μόνος μου ν’ αγωνίζομαι. Αλλά δια να μη κουράζωμαι εγκατέλειψα τα μικρά βάρη και πήγα μπροστά στο αμφίσφαιρον το οποίον ζύγιζε περι τις 113 οκάδες. Έκανα δύο αναπνευστικές ασκήσεις και γύρισα ατενίζοντας τους Έλληνας θεατάς οι οποίοι με αγωνία παρακολουθούσαν και την πιο ελάχιστη κίνησι μου.

Εκείνη τη στιγμή η μουσική της πόλεως της Σμύρνης ανακρούει τον ελληνικόν εθνικόν ύμνον. Σαν ένα κύμα οι χιλιάδες των θεατών σηκώνονται από τις θέσεις των και στέκουν προσοχή. Με το βλέμμα μου αγκαλιάζω τον υπόδουλο ελληνισμό της Σμύρνης που για πρώτη φορά ακούει τον ύμνο της ελευθερίας. Βλέπω τα μάτια όλων να κυλάνε δάκρυα. Οι γυναίκες έκλαιαν με λυγμούς. Πραγματικά είναι αφάνταστον να διανοηθή κανείς –και αυτή την εποχή μάλιστα- τι εθνικό λουτρό έλαβαν οι Έλληνες σκλάβοι της εποχής εκείνης στο γήπεδο της Σμύρνης.
Με υπερηφάνεια στριφογυρίζω τα μάτια μου από την μια άκρη του γηπέδου μέχρι την άλλη. Η ψυχή μου φτερουγίζει κοντά στα σκλαβωμένα αδέλφια. Τα βλέμματα τους, έτσι πονεμένα όπως με κοιτούν μου δίνουν δύναμι και αυτοκυριαρχία. Μ’ ενθουσιάζουν. Μου πλημμυρίζουν τη ψυχή από εθνικό φανατισμό...

Με αυτά τα συναισθήμτα πλημμυρισμένος, σκύβω και πιάνω το αμφίσφαιρον. Νοιώθω πως χιλιάδες αναπνοές σταματούν. Ξαίρω καλά πως θέλουν να φωνάξουν, να επευφημήσουν, να μου δώσουν κουράγιο. Μα η ανάσα τους έχει κοπή. Βλέπουν δύο χαλύβδινα μπράτσα να γατζώνουν τη σιδερένια ράβδο και το αμφίσφαιρον να σηκώνεται.
Με ψυχραιμία και μεθοδικότητα χωρίς να βιάζωμαι, το ανυψώνω πάνω από το κεφάλι μου. Το στηρίζω εκεί στα δύο μου χέρια και βαδίζω αργά-αργά και το τοποθετώ στο κιβώτιον με το οποίον το είχαν μεταφέρει οι τρεις εργάτες στον στίβο.
Τότε σαν θύελλα ξέσπασε ένας ακράτητος ενθουσιασμός μεταξύ των χιλιάδων θεατών, που είχαν κατακλύσει το γήπεδον. Εθνικό μεθύσι που παρέλυε πραγματικά τις ψυχές των σκλάβων.
-Να μας ζήσεις Τόφαλε...
- Γειά σου καμάρι της Ελλάδος...
Ακόμη και ο δηλητηριώδης Κιαμήλ πασάς ανγκάσθηκε προ της φρενιτιώδους εκδηλώσεως του πλήθους να χειροκρότηση. Όταν δε του είπαν ότι το βάρος του αμφισφαίρου ευρέθη να είναι 113 οκάδες, ο πασάς του Αϊδινίου είπε χαρακτηριστικά και με... συγκατάβασι:
-Μπράβο στο παιδί, έχει κάποια δύναμι!...

ΜΕ ΤΗ ΣΚΕΨΙ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ
Γυρίσαμε στην Αθήνα εκδρομείς και αθληταί, πλημμυρισμένοι από χαρά και συγκίνησι. Οι καρδιές όμως όλων μας ήσαν σφιγμένες. Σ’ όλο το ταξίδι και για πολλές ημέρες ακόμη ύστερα δεν μπορούσε να φύγη από μπροστά μας η εικόνα των σκλαβωμένων αδελφών μας. Τους βλέπαμε με τα μαντήλια να σκουπίζουν τα δάκρυα τους και να μας αποχαιρετούν στην προκυμαία:
-Στο καλό να πάτε...
-Στο καλό ελεύθερα πουλιά...
Αυτόν τον ψυχικόν κλονισμό εγώ τον αισθάνθηκα πολύ έντονον. Ένοιωτα τις ματωμένες καρδιές των δούλων Ελλήνων κι η ψυχή μου επαναστατούσε από αγανάκτησι. Δυστυχώς δεν μπορούσε να γίνη διαφορετικά. Με ικανοποιούσε όμως η σκέψις ότι η εμφάνισις μας στην όμορφη Σμύρνη και οι αθλητικαί μας επιδείξεις ετόνωσαν το πατριωτικόν αίσθημα του υπόδουλου Ελληνισμού και ενίσχυσαν ηθικά τους δυστυχισμένους συμπατριώτας μας. Και αυτό ήταν κάτι μέσα στη φοβερή εκείνη κόλασι που ζούσαν οι πληθυσμοί των τουρκοκρατούμενων περιοχών.

Ο ΤΟΦΑΛΟΣ ΠΑΛΑΙΣΤΗΣ
Στην Αθήνα και στην Πάτρα όπου επροπονούμην τότε, άρχισε να γίνεται συστηματική αθλητική εργασία. Άρχισα να επιδίδωμαι και στο αγώνισμα της πάλης. Οι προπονηταί μου με διαβεβαίωναν ότι και στο αγώνισμα τούτο θα διαπρέψω αν επιδοθώ με την ίδια θέλησι και την ίδια αυτοπεποίθησι, που ρίχτηκα στο αγώνισμα της άρσεως βαρών. Το σώμα μου άλλωστε και η μυϊκή μου δύναμις συνηγορούσαν υπέρ της απόψεως των προπονητών μου.
Με πραγματικό φανατισμό ρίχτηκα στο σπόρ της πάλης. Χωρίς βέβαια να εγκαταλείψω το κύριο αγώνισμα μου, η πάλη άρχισε να μου γίνεται ένα πολύ συμπαθητικό παιγνίδι. Κάποτε ο μακαρίτης ο πατέρας μου –ο οποίος ήταν μανιώδης φίλαθλος- ήλθε και παρακολούθησε μια προπόνησι πάλης μ’ ένα συνάδελφο μου. Σε κάποια στιγμή που χτυπιόμαστε με τον αντίπαλο μου, ψιθύρισε στο αυτί του φίλου του:
-Δεν ξαίρω τι ξύλο έφαγε από τον πατέρα του αυτός ο χριστιανός(εννοούσε τον αντίπαλο μου) αλλά αυτά τα χτυπήματα που τρώει απ’ το Δημήτρη δεν ήθελα να τατρωγα ούτε στο όνειρο μου.
Μέσα σ’ εξι μήνες είχε προπονηθή αρκετά. Ο Τζίνης και ο Χριστόπουλος μου έλεγαν ότι βρισκόμουνα σε πολύ καλή φόρμα κι ότι θα μπορούσα να αντιμετωπίσω επιτυχώς ένα σοβαρόν αντίπαλον. Παραλλήλως παρακολουθούσα με ζωηρόν ενδιαφέρον τις επιδόσεις των ξένων αθλητών εις το αγώνισμα της άρσεως βαρών. Και τούτο γιατί επλησίαζε ο καιρός που θα ελάμβανα μέρος στην Ολυμπιάδα.

ΣΤΗΝ ΓΑΛΛΙΑ
Πολλοί αθληταί της Ευρώπης –όπως διαβάζαμε από τις αθλητικές εφημερίδες- δεν κατώρθωναν να φθάσουν την δική μου επίδοσι. Αυτό βέβαια μας ενθουσίαζε, αλλά και μας έβαζε σε κάποια υποψία. Σκεφτόμαστε μήπως αυτό ήταν κανένα «Ευρωπαϊκό κόλπο» εν όψει των Ολυμπιακών αγώνων του 1906 για να παραπλανήσουν τους άλλους αθλητάς.
Το φθινόπωρο του 1905 εις την Λυών της Γαλλίας ετελούντο ευρωπαϊκοί αθλητικοί αγώνες, εις τους οποίους περιλαμβάνετο και το αγώνισμα της άρσεως βαρών δι’ αμφοτέρων των χειρών. Επίσης στο πρόγραμμα των αγώνων περιελαμβάνετο και η πάλη.
Έλαβα πρόσκλησιν και πήγα να λάβω μέρος. Στο αγώνισμα της άρσεως βαρών ήλθα πρώτος. Νίκησα τον τελευταίο μου αντίπαλον με 142 κιλά. Είχα όμως εγγραφή ότι θα ελάμβανα μέρος και στο αγώνισμα της ελευθέρας πάλης.
Στην αρχή οι Γάλλοι δεν έδωσαν και μεγάλη σημασία στον νεαρό Έλληνα. Όταν είδαν όμως με πόση ευκολία ανύψωσα το βάρος των 142 κιλών, άρχισαν ν’ ανησυχούν και για το αγώνισμα της πάλης όπου εδήλωσα συμμετοχήν.

ΜΕ... 47 ΑΝΤΙΠΑΛΟΥΣ
Ασφαλώς θα σας φανή παράδοξον αυτό που θα σας πω τώρα. Και όμως είναι αληθές. Οι παλαιότεροι βεβαίως το γνωρίζουν και θα το ενθυμούνται από τα σχόλια του διεθνούς τύπου της εποχής εκείνης.
Οι αγώνες της πάλης άρχισαν. Μέσα σε μίαν εβδομάδα που βρισκόμουνα στη Γαλλία είχα κατακτήσει ολόκληρο τον αθλητικόν κόσμο της μεγάλης αυτής ευρωπαϊκής χώρας. Με ζωηρόν ενδιαφέρον ο φίλαθλος πληθυσμός παρακολουθούσε την εξέλιξιν των παλαιστικών αγώνων. Επί δύο ημέρας επάλευα συνεχώς με ισχυρούς αντιπάλους. Αλλά την δευτέραν ημέραν το μυϊκόν μου σύστημα είχε καταπονηθή. Είχα πάθει εξάντλησιν. Έτσι ο 47ος αντίπαλος μου, ο Γάλλος Ντυμπουά μ’ ενίκησε.

Οι Γάλλοι υπεδέχθησαν τη νίκη του συμπατριώτου των Ντυμπουά με εκδηλώσεις φανατισμού υπέρ του λατρευτού αθλητού των. Πραγματικά τους «πήρε το αίμα πίσω...».
Βέβαια η νίκη του Ντυμπουά ήταν μια καθαρά αθλητική νίκη. Και ο γαλλικός τύπος ενθουσιωδώς συνεχάρη τον Γάλλον πρωταθλητήν. Αλλά όλοι εγνώριζαν πως εγώ τις δύο ημέρες επάλευα συνεχώς και ότι φυσικόν ήταν να έχω υποστή κόπωσιν. Οι ομογενείς μάλιστα το διεκήρυτταν αυτό εις όλους τους τόνους. Πολλοί εστοιχημάτιζαν πως αν ξαναγίνη πάλη ύστερα από ολίγων ημερών ξεκούρασι εγώ θα ήμουν σε θέσι να συντρίψω τον αντίπαλο μου.

Αυτό εδημιούργησε μεγάλο φανατισμό όχι μόνον μεταξύ των ολίγων Ελλήνων που βρισκόντουσαν στη Λυών αλλά και μεταξύ των Γάλλων ακόμη φιλάθλων οι οποίοι είχαν διχασθή. Πράγματι μου έγινε πρόσκλησις μετά τέσσαρες ημέρες να επαναληφθή η πάλη γιατί άλλωστε θα γινόταν και η απονομή των βραβείων. Ο δήμαρχος της πόλης –ήταν τότε ο σημερινός πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας κ. Ερριώ- μου συνέστησε προσωπικώς να δεχθώ να λάβω μέρος εις τον επαναληπτικόν αγώνα.

Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ
Την Κυριακήν επραγματοποιήθη ο αγών. Τότε όμως συνέβη το εξής παράδοξον. Όλοι οι Γάλλοι θεαταί –και υπερέβαιναν τους 50 χιλιάδες- ήσαν με το μέρος του συμπατριώτου των. Ο πατριωτισμός και η φυλετική υποστήριξις εγκρέμισε τις αθλητικές διαφορές πουχαν μεταξύ των και όλοι σαν ένας υπεδέχθησαν με θυελλώδη χειροκροτήματα την εμφάνισιν εις το ρινγκ του Ντυμπουά. Απ’ εναντίας η εμφάνισις η δική μου επροκάλεσε ψυχρότητα εις τας χιλιάδες των θεατών. Μόνο οι ολίγοι Έλληνες που παρευρίσκοντο στο γήπεδον χειροκροτούσαν και φώναζαν αλλά οι φωνές των επνίγοντο εις την Γαλλικήν ανθρωποθάλασσαν.
Αυτό όμως μου άρεσε μένα. Ήξαιρα πως οι Γάλλοι ήσαν ευγενείς. Είχαν αθλητικήν αγωγή και ανεξαρτήτως αν ήσαν από την Νορμανδίαν ή την Μασσαλίαν ή το Παρίσι οι Γάλλοι έδειχναν πάντοτε ότι ήσαν Γάλλοι. Πως τώρα το ξέχασαν δεν μπορούσα να καταλάβω. Ένα μόνον κατάλαβα τότε ότι... πικαρίστηκα. Κι αυτό ήταν που με ωφέλησε και μου αναπτέρωσε το ηθικόν.

Τέλος έκτου μέρους (συνεχίζεται)
ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΟΦΑΛΟΥ (5)



Ο Τόφαλος θραύων αλυσσίδαν κατα μιαν επίδειξιν του Ιταλικού θιάσου Ποικιλιών του οποίου ετύγχανε μέλος.

Πέμπτο μέρος
--------------------

Ο ΥΠΟΔΟΥΛΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
Βρισκόμαστε πάντοτε στην εποχή που ο υπόδουλος Ελληνισμός εστέναζε κάτω από την Τουρκικήν τυραννίαν. Γι’ αυτό η τόνωσις του εθνικού φρονήματος ήταν από τις πρώτες επιδιώξεις του έθνους. Οι αθλητικοί σύλλογοι και οι παράγοντες του αθλητισμού είχαν κινητοποιηθή προς την κατεύθυνσιν αυτήν. Και πρέπει να σημειωθή εδώ ότι την αλησμόνητη εκείνη περίοδο ο αθλητισμός προσέφερε σπουδαίας εθνικάς υπηρεσίας στον τόπο. Παραλλήλως η αθλητική ιδέα κυριαρχούσε σ’ όλα τα πράγματα της Ελληνικής κοινωνίας κι αποτελούσε το κυριώτερο συστατικό όλων των κοινωνικών, εθνικών και εκπολιτιστικών τάσεων.
Δεν θα ξεχάσω τις αλεπάλληλες εκκλήσεις των υπόδουλων αδελφών μας της Σμύρνης, της Κύπρου και της Κωνσταντινουπόλεως. «Στείλτε αθλητάς να τονώσουμε τα σκλαβωμένα αδέρφια μας» έγραφαν καθημερινώς. «Στείλτε τον Τόφαλον καλύτερα παρά δέκα πρεσβευτάς...».

Με αυτό το πνεύμα οι πατριώτες μας της σκλαβωμένης Σμύρνης έγραψαν στον πρόεδρο της Γυμναστικής Εταιρίας Πατρών Στέφανον Τζίνην.
- Άκουσε Δημήτρη, μου λέει ο υπέροχος εκείνος φίλαθλος. Στη Σμύρνη τελούνται οι Πανιώνιοι αθλητικοί αγώνες. Πρέπει να ενισχύσωμε την εθνική ψυχή των σκλαβωμένων πληθυσμών της Σμύρνης. Αυτός είναι ο κυριώτερος σκοπός των αγώνων. Με την ευκαιρίαν αυτήν θα γίνη μια μεγάλη εκδρομή με πολλούς διακεκριμένους συμπατριώτας μας από την Πάτρα και την Αθήνα. Προετοιμάσου λοιπόν γιατί σ’ ένα μήνα θα λάβωμε μέρος σε μια μεγάλη εθνική εξόρμησι...

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΣΜΥΡΝΗΝ
Πράγματι τον Μαϊον του 1904, με πρωτοβουλία του «Ομίλου Εκδρομών Αθηνών» επραγματοποιήθη το αλησμόνητο εκείνο ταξίδι. Οι ψυχές των ταξιδιωτών που πήγαιναν να ενθαρρύνουν τον υπόδουλο Ελληνισμό επάλλοντο από ενθουσιασμό και ιερή συγκίνησι. Μαζί μας στο πλοίο ήταν ο πρύτανις Σπύρος Λάμπρου, ο αείμνηστος Μυστριώτης, ο Γεώργιος Σουρής, ο Κορομηλάς, ο Γεώργιος Πωπ, ο Ανδρέας Νικολάρος, ο Σπανδωνής, ο Τίμος Μωραϊτίνης κι ένα σωρό άλλοι εκπρόσωποι των γραμμάτων και της κοινωνικής ζωής. Πολλές κυρίες επίσης της καλυτέρας κοινωνίας των Αθηνών έλαβον μέρος εις την εθνικήν εκείνην αποστολήν. Ολόκληρο το καράβι εδονείτο από παλμόν εθνικής εξάρσεως, ενώ διασχίζαμε τα γαλανά νερά του Αιγαίου με πλώρη την ελληνική Σμύρνη.
Είναι αδύνατο εδώ να περιγραφή η συγκίνησις όλων μας την ώρα που το πλοίον έμπαινε στο λιμάνι της Σμύρνης. Πολλοί από τους εκδρομείς έκλαιγαν. Άλλοι κοίταζαν με νοσταλγία την όμορφη μεγαλόπολι. Οι καρδιές ωστόσο των επιβατών σκιρτούσαν, γιατί σε λίγο θα ήσαν κοντά στους σκλάβους αδελφούς μας.

ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΑΙ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
Στην προκυμαία χιλιάδες Έλληνες είχαν συγκεντρωθή για να υποδεχθούν τους ελεύθερους πατριώτες τους. Την ώρα που κατεβαίναμε από το πλοίο και αποβιβαζόμαστε στο κρηπίδωμα αι εκδηλώσεις των Σμυρναίων έφθασαν στο κατακόρυφο. Με δάκρυα στα μάτια μας υπεδέχοντο. Μας αγκάλιαζαν, μας φιλούσαν με λυγμούς, μας έδιναν λουλούδια, γλυκά... Οι Τούρκοι αστυνομικοί έβλεπαν τις εκδηλώσεις του ελληνικού πληθυσμού με κάποια έκδηλη χαιρεκακία, αλλά δεν μπορούσαν να κάμουν τίποτα. Ούτε είχαν τη διάθεσι ν’ αντιδράσουν μπροστά σε κείνον τον χείμαρρον των πατριωτικών αισθημάτων που πλημμύρισε την προκυμαίαν της Σμύρνης.

Εις το στάδιον Μπουρνόβα έλαβαν χώραν οι αγώνες. Πολλοί Έλληνες αθληταί έλαβον μέρος. Κυρίως συμμετείχαν πολλοί αθληταί εκ Μικράς Ασίας. Οι αγώνες άρχισαν με επισημότητα, δεδομένου ότι παρευρέθησαν και οι τουρκικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές. Μεταξύ αυτών την πρωτοκαθεδρίαν είχε ο Βαλής του Αϊδινίου, ο περιώνυμος Εβραιοκύπριος Τούρκος Κιαμήλ πασάς, ο οποίος αργότερα ως γνωστόν, έπαιξε πρωτεύοντα ρόλον εις την πολιτικήν ζωήν της Τουρκίας. Εις τούτον οι διευθύνοντες τον «Πανιώνιον Γυμναστικόν Σύλλογον» είπον ότι οι Έλληνες αθληταί έρχονται μ’ επι κεφαλής ένα κολοσσόν. «Πρόκειται, του είπον, για τον Τόφαλον...».
- Ναι, κάτι έχω ακούσει γι’ αυτόν, τον νέον, είπε ο πονηρός Τούρκος.
- Είναι φαινόμενον ανθρώπου του λέει ο πρόεδρος του Πανιωνίου συλλόγου. Θα τον ιδήτε, εξοχώτατε, και θα απορήσετε, πως είναι δυνατόν να υπάρχη άνθρωπος με τέτοια τεράστια μυϊκή δύναμι...
- Θα τον ιδούμε, απάντησε με διπλωματική ευστροφία ο δαιμόνιος εκείνος Τούρκος.

Εκείνην την στιγμήν τρεις αχθοφόροι μετέφεραν, καταβάλλοντες υπεράνθρωπες προσπάθειες, το αμφίσφαιρον εις το μέσον του Σταδίου και προ του κυβερνήτου Κιαμήλ, ο οποίος με μεγάλη δυσπιστία άκουγε ότι του έλεγαν. Έξυπνος όμως ο μακαρίτης πρόεδρος του Πανιωνίου Αλέκος Φωτιάδης πήρε μαζί του τον διακεκριμένον φίλαθλον Δημήτριον Δάλαν και πλησίασαν και πάλιν τον Κιαμήλ πασά.
- Εντός ολίγου, του είπαν, ο νεαρός Έλλην Τόφαλος θα σηκώση στον αέρα αυτό το κολοσσιαίο βάρος που το μετέφεραν τρεις εργάτες.
Ο Κιαμήλ τους κοίταξε με απορία και ευγένεια και με προσποιητή ευχαρίστησι τους είπε:
- Βρε τζάνεμ αφού τρεις χαμάληδες δεν μπορούν να σηκώσουν αυτές τις μπάλλες θα μπορέση ο δικός σας;
- Θα μπορέση...
- Μακάρι, φίλοι μου!...
Οι αγώνες άρχισαν. Το στάδιον Μπουρνόβα στην Σμύρνη, που είχε πλημμυρίσει από Έλληνας, εσείετο από τας ουρανομήκεις εκδηλώσεις. Ο Φωτιάδης και ο Δάλας ήλθαν στα αποδυτήρια να μου αναγγείλουν τι υπεσχέθηκαν στον Τούρκο πασά.
- Είναι ανάγκη, μου είπαν, να σηκώσης αυτό το βάρος. Λόγοι εθνικής υπερηφανείας επιβάλλουν να δείξωμε στους Τούρκους ποιοι είμαστε και τι αξίζουμε.

Τέλος πέμπτου μέρους (συνεχίζεται)
ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΟΦΑΛΟΥ (4)

Ο Τόφαλος(δεξιά) εις ένα νούμερο του θιάσου ποικιλιών, που μετείχε το 1915. Εις το νούμερο αυτό ο Έλλην αθλητής υπεδύετο τον τενόρον.

Τέταρτο μέρος
---------------------
 
Έντρομος κοιτάζω προς το νησί. Ο ουρανός είχε μαυρίσει. Οι σκόνες απ’ τα χαλάσματα και καπνοί είχαν καλύψει την πόλι. Στην παιδική μου ψυχή σχηματίσθηκε η εντύπωσις ότι η Ζάκυνθος κατεστράφη. Με δάκρυα στα μάτια έβαλα πλώρη για την Κυλλήνη που βρίσκεται απέναντι από το νησί του Ιονίου. Με αγωνία και φόβο μαζί κατώρθωσα να αντικρύσω το αγέρωχο κάστρο της Κυλλήνης. Έφτιασα το τιμόνι και μπήκα στο τιμόνι. Κατάπληκτοι οι τελωνοφύλακες κι οι άλλοι άνθρωποι του λιμανιού έτρεξαν κοντά μου. Τους φάνηκε περίεργο πως ένα παιδί κατώρθωσε να κυβερνήση μια βάρκα με πανί μέσα στα θεόρατα κύματα του στενού της Κυλλήνης. Ακόμη και τώρα μου φαίνεται και σε μένα απίστευτο. Η αλήθεια εν τούτοις είναι έτσι όπως σας την αφηγούμαι. Τους είπα τι συνέβη στη Ζάκυνθο και περιέγραψα τι είδα προτού αναχωρήσω από το νησί. Η συγκίνησι φαινόταν στα πρόσωπα όλων. Παρεκάλεσα όμως να τηλεγραφήσουν στον πατέρα μου στην Πάτρα για να μην ανησυχή. Πράγματι τηλεγράφησαν και μαζί έστειλαν ένα λεπτομερές τηλεγράφημα στο νομάρχη Πατρών. Ο νομάρχης-ήταν τότε ο Μεσολογγίτης Παλαμάς- ετηλεγράφησε να με στείλουν στην Πάτρα με το απογευματινό τραίνο προκειμένου να δώσω πληροφορίες γιατί η επικοινωνία με τη Ζάκυνθο διεκόπη γιατί κατεστράφηκαν από το σεισμό τα καλώδια.

Το βράδι έφθασα στην Πάτρα. Χιλιάδες κόσμου είχαν κατακλύσει το σταθμό του Αγίου Ανδρέα. Οι περισσότεροι ήσαν Ζακυνθινοί. Όλοι αγωνιούσαν να με ιδούν, να με ρωτήσουν, να μάθουν για τους συγγενείς τους. Ήμουνα ο μοναδικός μάρτυρας που έφτασε τόσο γρήγορα από το κατεστραμμένο νησί. Στο σταθμό ήταν ο νομάρχης και ο πατέρας μου.
- Το νησί εχάθηκε, τους είπα. Αυτό είχε χαραχθή τότε στη ψυχή μου. Αυτή η εικόνα μουχε μείνει κι είχε εντυπωθή τόσο έντονα στη παιδική μου φαντασία.
Το άκουσαν και τρομοκρατήθηκαν. Πολλοί άρχισαν να κλαίνε. Μερικές γυναίκες λιποθύμησαν. Όλοι άρχισαν να καταλαμβανώνται από μια απέραντη θλίψι για τους δικούς τους πουχαν στο νησί.

ΠΑΛΛΑΪΚΗ ΥΠΟΔΟΧΗ
Οι αρχές τότε, μ’ επικεφαλής τον νομάρχη Παλαμά, έβαλαν μπροστά το έργο της περιθάλψεως του πληθυσμού. Το ίδιο βράδι δύο πλοία διετέθησαν για να μεταφέρουν γιατρούς, νοσοκόμους, υγειονομικό υλικό, σκηνές και τρόφιμα στους πληγέντες από τη θεομηνία.Την ώρα που έφευγαν τα καράβια για το πληγωμένο νησί ένοιωσα δυνατή ευχαρίστησι. Ήμουνα εγώ εκείνος που έγινε αφορμή να σταλούν βοήθεια σε χιλιάδες ανθρώπους. Καίτοι οι νεκροί από τους φοβερούς εκείνους σεισμούς πέρασαν τους εκατό, δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την ηρωϊκή περιπέτεια που έκανε όμως ένα καλό σε μένα:Επροκάλεσε την πρώτη παλλαϊκή υποδοχή που μου έκανε ο πληθυσμός των Πατρών. Που να φαντασθώ πως το θλιβερό εκείνο γεγονός θα μουδινε το πρώτο βάπτισμα των λαϊκών εκδηλώσεων με τις οποίες τόσες μου φόρτωσε η ζωή στο μετέπειτα βίο μου.
Αλλά –και τούτο ήταν για μένα σημαντικό την εποχή εκείνη- από τότε έγινα το αγαπημένο παιδί των Πατρών.

Η ΠΡΩΤΗ ΝΙΚΗ
Προτού ακόμη τελειώσω το Σχολαρχείον διάφοροι φίλοι του πατέρα μου και ο ίδιος ο πατέρας μου, με προέτρεπαν να γυμναστώ. Είχα φτάσει πλέον στην ηλικία των 16 χρονών και η σωματική μου διάπλασι έκανε υπερβολική εντύπωσι. Ζύγιζα 80 οκάδες και αισθανόμουνα της μυϊκές μου δυνάμεις πολύ ισχυρές. Τότε –μιλάμε πάντοτε για το 1900- άρχισα να πηγαίνω στο γυμναστήριον της Γυμναστικής Εταιρίας Πατρών. Το πρώτον που μου έκανε εντύπωσι όταν μπήκα στο στίβο ήταν ο αείμνηστος πρωταθλητής Στέφανος Χριστόπουλος. Τον είδα όταν σήκωνε βάρη μέχρι 78 οκάδες και μου ήλθε ζάλη. «Είναι δυνατόν, σκέφτηκα, να σηκώνη με τόση ευκολία, τόσα βάρη;». Ήταν τότε μαζί μου ο πρόεδρος του συλλόγου Στέφανος Τζίνης και ο γυμναστής Ανδρέας Πετρουντζής. Μπροστά στα πόδια μου ήσαν τα αμφίσφαιρα που σήκωσε ο Χριστόπουλος.
- Εμπρός Τόφαλε για δοκίμασε...
Τους κοίταξα με κάποιο φόβο. Ήμουνα αγύμναστος. Είχα όμως μια δυνατή αυτοπεποίθησι και επιχείρησα. Πήρα τα αμφίσφαιρα και κατέβαλα μια υπεράνθρωπη προσπάθεια. Με κατάπληξι μου είδα τότε να σηκώνω με ευκολία το βάρος των 78 οκάδων.

Το γεγονός διεδόθη αμέσως σ’ ολόκληρο το γήπεδο. Όλοι έτραξαν να με ιδούν, να με συγχαρούν, να με ενισχύσουν...
- Μπράβο Τόφαλε, συ θα γίνης σπουδαίος αμα γυμναστής!...
Έφυγα ενθουσιασμένος από το γήπεδο. Στ’ αυτιά μου βουϊζαν οι λέξεις του Στέφανου Τζίνη:«Θα γίνης σπουδαίος αμα γυμναστής...». Αλλά γιατί να μη γυμναστώ; Εμπρός λοιπόν Τόφαλε, λέω στον εαυτό μου και ρίχνομαι με φανατισμό στην προπόνησι.
Στο μεταξύ ο γυμναστής Πετρουντζής, ο οποίος είχε σπουδάσει γυμναστική στην Αυστρία έπιασε τον πατέρα μου και τουπε:
- Κυρ Σπύρο πρέπει να βοηθήσης το Δημήτρη. Θα εξελιχθή σ’ έναν πρώτης τάξεως αθλητή...
Αλλά ο μακαρίτης ο πατέρας μου δεν είχε ποτέ αντίρρησι για τη γυμναστική.
- Να τον αναλάβης εσύ, λέει στον Πετρουντζή. Κι εγώ το βλέπω πως θα εξελιχθή, αρκεί να μη τον μπλέξουνε οι γυναίκες...

Τρεις μήνες αργότερα στο Στάδιον γινόντουσαν οι Α’ Πανελλήνιοι αγώνες του 1901. Οι ξύλινες τότε κερκίδες του Ολυμπιακού Σταδίου ήσαν γεμάτες από κόσμο. Έλαβε μέρος στο αγώνισμα άρσεως βαρών. Ο Αθηναίος γιατρός Γεώργιος Μάνεσης είχε καταρρίψει το Ολυμπιακόν ρεκόρ της Ολυμπιάδος του 1896. Σήκωσε 96 οκάδες. Το ολυμπιακόν ρεκόρ ήταν 84 οκάδες. Στους αγώνες εκείνους ήλθα δεύτερος. Ο Μάνεσης σήκωσε 96 οκάδες κι εγώ 90. Κι έτσι κι εγώ παρ’ όλον ότι ήλθα δεύτερος κατέρριψα το ρεκόρ της Ολυμπιάδος.

ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜΕΝΟΣ ΤΩΝ ΑΝΑΚΤΟΡΩΝ
Την εποχήν όμως εκείνην συνέβη ένα γεγονός το οποίον επέδρασε σημαντικά στη σταδιοδρομία μου. Ο νουνός μου, ο αείμνηστος στρατηγός Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, αρχηγός του Στρατιωτικού Οίκου του Βασιλέως Γεωργίου Α’ με κάλεσε στο Αυλαρχείον. Είχε ενθουσιασθή από την εξαιρετική μου επίδοσι και ήθελε να με ενισχύση ηθικώς. Με δειλία που δικαιολογούν τα δεκαέξι χρόνια της νιότης, υπέβαλα τα σέβη μου στο νουνό μου.
- Τα συγχαρητήρια μου Δημήτρη, μουπε. Είμαι ευχαριστημένος από σένα. Ελπίζω να προοδεύσης, αρκεί μόνον να μας ακούσης...
- Θα κάνω ότι μου πήτε!.
- Πρώτα θα έλθης να σε παρουσιάσω στον Διάδοχο Κωνσταντίνο που σε ζήτησε να σε ιδή. Αυτός θα σου πη τι θα κάνης...
Πράγματι σε λίγα λεπτά βρισκόμουνα στο γραφείο του Διαδόχου Κωνσταντίνου. Ο αλησμόνητος Στρατηλάτης με τράβηξε μ’ ενθουσιασμό κοντά του, μου χτύπησε τους ώμους με μεγάλη στοργή και αγάπη και μουπε:
- Νεαρέ Τόφαλε, επιθυμώ να γίνης ένας καλός αθλητής που να δοξάσης τη πατρίδα σου μια μέρα. Τα προσόντα τα έχεις. Πρέπει όμως να έχης τη θέληση και την υπομονή. Εαν πετύχης θα είναι τιμή για τον τόπο μας που του λείπουν οι αθληταί. Εαν όμως αποτύχης θα φταις εσύ...
Μου έδωσε το χέρι του. Με συγκίνησι του έδωσα το δικό μου και τουπα:
- Υψηλότατε θα καταβάλω κάθε προσπάθεια ώστε να πραγματοποιήσω αυτό που επιθυμείτε. Να είσθε βέβαιος γι’ αυτό!...

Μετά ένα χρόνο, δηλαδή το 1902, έλαβα μέρος εις τα «Σωτήρια» του Πανελληνίου Αθλητικού Συλλόγου. Οι Πανελλήνιοι αυτοί αθλητικοί αγώνες γινόντουσαν κάθε χρόνο επι τη διασώσει του Βασιλέως Γεωργίου Α’ από την δολοφονικήν απόπειραν της λεωφόρου Συγγρού το 1896 μετά τον ατυχή πόλεμον. Αι αγώνες έγιναν σ’ ένα γήπεδο κοντά στον Ποδονίφτη. Θυμάμαι ότι ο κόσμος μ’ εχειροκρότησε ενθουσιωδώς γιατί κατώρθωσα να ανυψώσω 98 οκάδες. Δεύτερος ήλθε ο Πειραιώτης Περικλής Κακούσης. Δυστυχώς ο Μάνεσης δεν έλαβε μέρος γιατί εκείνο το χρόνο πέθανε από τύφο. Η Ελλάς είχε χάσει την εποχήν εκείνην έναν αξιόλογον αθλητήν.

ΠΟΛΛΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ Μ’ ΕΡΩΤΕΥΘΗΚΑΝ
Εν τω μεταξύ τ’ όνομα μου αρχίζει να γίνεται γνωστό ανα το Πανελλήνιο. Η δημοτικότης μου, κυρίως στην Πάτρα, επηρέασε όπως ήταν φυσικό και τις γυναικείες καρδίες. Αυτό εξηγεί το φαινόμενο ότι σε κάθε αγώνα μου, ακόμη και στις προπονήσεις παρατηρείτο αθρόα συρροή γυναικών της εποχής εκείνης.
Θυμάμαι κάποια φορά στην Αθήνα έλαβα ένα γράμμα στο ξενοδοχείο μου. Εαν με βοηθάει καλά η μνήμη, η επιστολογράφος μου έλεγε:«Τοφαλάκι μου, αγαπημένο παιδί της Ελλάδος σε θαυμάζω. Η δύναμι σου με κατέπληξε μαζί με τις χιλιάδες των θαυμαστών σου. Θα ήθελα πολύ να μου χάριζες τ’ όνομα σου και τα νειάτα σου. Δεν είμαι κανένα μωρό για να μην ξαίρω τι λέω. Είμαι δεσποινίς αυστηρών αρχών και οι γονείς μου πολύ θα ήθελαν να γινόταν κάτι σοβαρό μεταξύ μας... Κάθε βράδι σε βλέπω στον ύπνο μου και δεν ησυχάζω!... Παίρνω τότε μια άμαξα και πηγαίνω έναν περίπατο μέχρι τη Κηφισιά...
Εαν αποφασίσης να δεχτής τη πρότασι μου, έλα να με ζητήσης από τους γονείς μου κι εκείνοι πολύ ευχαρίστως θα δεχθούν...»
Το κωμικότερο όμως σ’ αυτήν την υπόθεσι είναι ότι η «υποψήφια» ήταν 45 χρονών γεροντοκόρη και... σχιζοφρενής. Αυτό μου το ‘πε ένας φίλος μου αθλητής στον οποίον είχε στείλει η ιδία παρόμοια επιστολή.

Εν τούτοις, οι... ερωτικές επιθέσεις των κοριτσιών της ηλικίας μου επληθύνοντο κάθε μέρα, χωρίς ναταν δυνατόν οι εκδηλώσεις να προχωρήσουν πέραν των τυπικών φιλοφρονήσεων που απαιτούσε το κοινωνικόν πνεύμα της εποχής εκείνης.
Με αυτές τις προϋποθέσεις γινόμουνα παντού δεκτός μ’ εξαιρετικές... φιλοφρονήσεις. Οι αλησμόνητοι φίλοι μου και συμμμαθηταί μου: ο Γιάννης Αλατσίτος, ο Νίκος Γερακάρης, ο Κίμων και Σοφοκλής Κόλλας, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Φώτης Παλαιολόγου, ο Γ. Θεοδωρόπουλος, ο Α. Στεφανόπουλος μου εξέφραζαν πάντοτε τον ενθουσιασμό τους και με ενίσχυαν ηθικώς στις προπονήσεις μου.

Το 1904 έλαβα μέρος στους Β’ Πανελληνίους αγώνες. Το Παναθηναϊκόν Στάδιον ήτο πλημμηρισμένο κόσμο. Την εποχή εκείνη ο αθλητισμός του στίβου έπαιρνε μια ρομαντική μεγαλοπρέπεια. Αποτελούσε το μεγαλύτερο κοσμικόν γεγονός γιατί συγκεντρώνονταν πολύς κόσμος και ιδιαίτερα έκαναν την εμφάνισιν τους οι κοσμικές Αθηναίες και οι κύριοι της αριστοκρατίας. Οι Βασιλείς και τα περισσότερα μέλη της Βασιλικής Οικογενείας ήσαν πάντοτε μεταξύ των πρώτων θεατών και των ενθουσιωδών φιλάθλων του Σταδίου.
Στους αγώνες του 1904 εδημιούργησα ένα καινούργιο παγκόσμιο ρεκόρ. Σήκωσα βάρος 111 οκάδων. Το γεγονός χαιρετίστηκε τότε από τις χιλιάδες των θαυμαστών μου μ’ εξαιρετικόν ενθουσιαμό. Από τότε εσχηματίσθηκε η πεποίθησις πως στους Ολυμπιακούς του 1906 που θα ετελούντο στην Αθήνα θα εξασφάλιζα οπωσδήποτε την πρώτην Ολυμπιακήν νίκην. Ο Βασιλεύς Γεώργιος Α’ όταν είδε ν’ ανυψώνω 111 οκάδες είπε χαριτολογώντας στον νουνό μου Παπαδιαμαντόπουλο που καθόταν δίπλα του:
- Στρατηγέ ο βαφτιστικός σου έκανε τρεις άσσους!....

ΠΡΟ ΤΟΥ ΔΙΑΔΟΧΟΥ
Την άλλη μέρα με ειδοποίησαν απ’ το Αυλαρχείο. Ο νουνός μου Παπαδιαμαντόπουλος αφού με συνεχάρη με παρουσίασε και πάλιν στον Διάδοχο Κωνσταντίνο. Αυτή τη φορά ήμουν πολύ ευχαριστημένος και δεν εδείλιασα όταν βρέθηκα μπροστά στον Διάδοχο. Το πλατύ γέλιο του αείμνηστου Βασιλέως μου έδωσε θάρρος. Με συνεκίνησε η καταδεκτικότης του κι ενθουσιάστηκα για το ενδιαφέρον του για τον αθλητισμό. Όταν με είδε να μπαίνω στο γραφείο του σηκώθηκε όρθιος. Ήρθε κοντά μου και μου έσφιξε το χέρι με μεγάλη εγκαρδιότητα.
- Είσαι νεαρός ακόμη Τόφαλε, μουπε. Εν τούτοις ξαίρεις να κρατάς το λόγο σου. Η επίδοσις σου ήταν θαυμασία, αλλά τώρα χρειάζεται μεγαλύτερη προπόνησις και πιο εντατική. Όπως έχεις μάθει προετοιμαζόμαστε για τους Ολυμπιακούς αγώνας και η Ελλάς θα πρέπει να πάρη περισσότερα βραβεία απ’ ότι πήρε στους Α’ Ολυμπιακούς. Λόγοι εθνικοί το επιβάλλουν περισσότερο αυτή τη φορά!...
- Πιστεύω στο Θεό Υψηλότατε, κι έχω πεποίθησι στον εαυτόν μου. Να μείνετε ήσυχος ότι θα κάνω ακόμη και το υπεράνθρωπο.
- Μπράβο Τόφαλε! Να πας στο καλό και να μην εγκαταλείψης την προπόνησι....
Ο ενθουσιασμός ήταν χαραγμένος στο πρόσωπο μου την ώρα που αποχαιρετούσα τον αείμνηστον Κωνσταντίνον. Ο νουνός μου, ο στρατηγός Παπαδιαμαντόπουλος, με κατευώδωσε πλημμυρισμένος χαρά. Ο αγαθός εκείνος άνθρωπος ένοιωθε πως ήμουνα παιδί του. Και υπερηφανευόταν για μένα... Αλλά κι εγώ αισθανόμουνα υπερηφάνεια γιατί μέσα στο παλάτι γινόταν τόση συζήτησι για μένα και για την σταδιοδρομία μου.

Τέλος τέταρτου μέρους (συνεχίζεται)